Μια πετρελαϊκή συμφωνία με τη δυναμική να επηρεάσει την παγκόσμια ενεργειακή αγορά ανακοίνωσαν την Παρασκευή (28/8) οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βενεζουέλα.

Ουάσιγκτον και Καράκας τη χαρακτηρίζουν «ιστορική», προβάλλοντας το μέγεθος των κοιτασμάτων και των επενδύσεων που προβλέπει.

Στον πυρήνα της βρίσκεται η ανάπτυξη 17 στρατηγικών κοιτασμάτων στη Βενεζουέλα. Τα δυνητικά αποθέματά τους εκτιμώνται έως και σε 65 δισεκατομμύρια βαρέλια αργού.

Η εν λόγω συμφωνία παραχωρεί στις ΗΠΑ πλειοψηφικό έλεγχο στην εκμετάλλευσή τους. Παράλληλα, προβλέπει επενδύσεις οι οποίες, σύμφωνα με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας, μπορούν να υπερβούν τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε να μετατρέψει το deal σε πολιτικό τρόπαιο. Μέσω Truth Social το χαρακτήρισε ως τη «μεγαλύτερη στην παγκόσμια ιστορία», υποστηρίζοντας ότι «υπερδιπλασιάζει» τα πετρελαϊκά αποθέματα των ΗΠΑ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ακόμη ότι η συμφωνία επιτεύχθηκε «σε στενή συνεργασία» με την υπηρεσιακή πρόεδρο της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροδρίγκες, καθώς και με ιδιωτικές εταιρείες.

Στο τραπέζι επενδύσεις άνω των 100 δισ. δολαρίων

Το Καράκας επιβεβαίωσε τη συμφωνία, με την Ντέλσι Ροδρίγκες να ευχαριστεί δημόσια τον Ντόναλντ Τραμπ.

Όπως ανέφερε, το σχέδιο καλύπτει την αξιοποίηση 17 στρατηγικών κοιτασμάτων, τα οποία ενδέχεται να περιέχουν έως 65 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου. Οι συνολικές επενδύσεις στη χώρα εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας ανεβάζει ακόμη περισσότερο τον πήχη. Υπολογίζει ότι τα φορολογικά έσοδα για το κράτος θα μπορούσαν να υπερβούν τα 209 δισεκατομμύρια δολάρια.

Στην ίδια γραμμή κινήθηκε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο. Υποστήριξε ότι η συμφωνία θα κινητοποιήσει σχεδόν 100 δισ. δολάρια ιδιωτικών κεφαλαίων, θα δημιουργήσει χιλιάδες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και θα στηρίξει την ανοικοδόμηση της οικονομίας της Βενεζουέλας.

Τα πετρελαϊκά αποθέματα και το δύσκολο στοίχημα της Ουάσιγκτον

Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως. Υπολογίζονται σε περισσότερα από 303 δισεκατομμύρια βαρέλια, όμως η σημερινή παραγωγή απέχει πολύ από τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας.

Αυτό ακριβώς είναι και το δύσκολο μέρος του αμερικανικού σχεδίου. Τα κοιτάσματα μπορεί να είναι τεράστια, αλλά οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις έχουν υποστεί μακροχρόνια φθορά και χρειάζονται κεφάλαια δισεκατομμυρίων για να επανέλθουν σε πλήρη λειτουργία.

Την ίδια στιγμή, τα Στρατηγικά Αποθέματα Πετρελαίου των ΗΠΑ, γνωστά ως SPR, βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδό τους από τον Νοέμβριο του 1982, σύμφωνα με τα στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας.

Η Ουάσιγκτον έχει δεσμευτεί να διαθέσει σταδιακά στην αγορά 172 εκατομμύρια βαρέλια από τα περίπου 415 εκατομμύρια που κατείχε στα τέλη Φεβρουαρίου. Στόχος είναι να περιοριστούν οι συνέπειες από τις αναταράξεις στον ανεφοδιασμό και την άνοδο των τιμών μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι η συνεργασία με τη Βενεζουέλα θα πιέσει αισθητά προς τα κάτω τις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ, τόσο άμεσα όσο και σε βάθος χρόνου. Διαβεβαιώνει επίσης ότι «δεν θα κοστίσει τίποτα στους Αμερικανούς φορολογούμενους».

Το μήνυμα είναι καθαρά πολιτικό. Ο Λευκός Οίκος θέλει να εμφανίσει τη συμφωνία ως απάντηση στην ακρίβεια, ως εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας και ως επένδυση που θα πληρώσουν οι ιδιώτες. Το κατά πόσο αυτή η εξίσωση μπορεί να λειτουργήσει μένει να αποδειχθεί.

Το μεγάλο «αγκάθι»: Ασφάλεια, κρατικοποιήσεις και πολιτική αβεβαιότητα

Πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς κρύβεται ένα δύσκολο ερώτημα: ποιες εταιρείες θα δεχθούν να βάλουν δισεκατομμύρια σε μια χώρα με τόσο βαρύ ιστορικό κρατικών παρεμβάσεων και πολιτικών ανατροπών;

Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να προσελκύσει μεγάλους ενεργειακούς ομίλους στη Βενεζουέλα. Το κόστος αποκατάστασης των εγκαταστάσεων, όμως, είναι μόνο μία πλευρά του προβλήματος.

Η άλλη αφορά τις εγγυήσεις για την προστασία των επενδύσεων. Η Βενεζουέλα έχει παρελθόν κρατικοποιήσεων, ενώ μεταξύ των εταιρειών που είχαν πληγεί βρίσκεται και η ExxonMobil.

«Το κυριότερο πρόβλημα στη Βενεζουέλα είναι η ασφάλεια», εκτίμησε ο αναλυτής της Again Capital, Τζον Κίλνταφ, μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Κατά την εκτίμησή του, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να επιδιώξει ένα ειδικό πλαίσιο προστασίας. Αυτό θα πρέπει να επιτρέπει στις αμερικανικές επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια, περιορίζοντας τον πολιτικό κίνδυνο που συνοδεύει εδώ και χρόνια κάθε μεγάλη επένδυση στη Βενεζουέλα.

Παρόμοιες επιφυλάξεις διατυπώνει ο Χόρχε Πινιόν, ερευνητής στο Ινστιτούτο Ενέργειας του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Όστιν. Επισημαίνει ότι παραμένουν «σκοτεινά σημεία», ιδίως για το ενδεχόμενο μια μελλοντική κυβέρνηση της Βενεζουέλας να αλλάξει τους όρους και να αμφισβητήσει τις σημερινές συμφωνίες.

Για τους πετρελαϊκούς κολοσσούς, οι διακηρύξεις δεν αρκούν. Απαιτούνται σταθεροί κανόνες, νομική προστασία και αξιόπιστες εγγυήσεις πριν δεσμευθούν κεφάλαια τέτοιου μεγέθους.

Η συμφωνία ΗΠΑ - Βενεζουέλας είναι, επομένως, ένα ενεργειακό και γεωπολιτικό στοίχημα υψηλού ρίσκου. Η Ουάσιγκτον αποκτά πρόσβαση σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα του πλανήτη και προσδοκά ενίσχυση της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.

Για το Καράκας, το διακύβευμα είναι διαφορετικό. Η συμφωνία φέρνει την προοπτική μαζικών επενδύσεων, υψηλότερων φορολογικών εσόδων και επανεκκίνησης μιας βιομηχανίας που παραμένει για χρόνια καθηλωμένη. Αν όμως οι εγγυήσεις μείνουν στα χαρτιά, το «deal του αιώνα» κινδυνεύει να αποδειχθεί ακόμη μία μεγαλόστομη πολιτική εξαγγελία.