Παρά την προσπάθεια κάποιων να προκαλέσουν φθορά στην κυβέρνηση μέσω σκανδαλολογίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να θεωρείται καταλληλότερος για πρωθυπουργός, ενώ η ΝΔ είναι πρώτη με καθαρή διαφορά.

Η δημοσκόπηση της εταιρείας Marc για το «Πρώτο Θέμα» περιλαμβάνει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία, πέραν της διαφοράς μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος –δηλαδή ΝΔ και ΕΛΑΣ που βρίσκεται στο 14%, με βασικό, κατά τη γνώμη μας, αυτό που αφορά την παράσταση νίκης. Δηλαδή ποιο κόμμα πιστεύουν οι πολίτες ότι θα κερδίσει τις εκλογές, όταν αυτές γίνουν, δείχνοντας και τη δυναμική που αυτά καταγράφουν.

Αθροιστικά στην παράσταση νίκης, που ποτέ δεν έχει πέσει έξω στις μετρήσεις, το 65,6% πιστεύει πως νικητής των εκλογών θα είναι η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη και ακολουθεί η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα με 8,6%. Τρίτη έρχεται η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού με 3,9%, ενώ στην τέταρτη θέση εμφανίζεται το ΠΑΣΟΚ με 3,7%.

Στο στοιχείο της παράστασης νίκης μπορούμε να προσθέσουμε αυτό της εκτίμησης ψήφου, όπου η ΝΔ ξεπερνά το 30% και την καταλληλότητα για πρωθυπουργό όπου η πρωτοκαθεδρία του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ξεκάθαρη, όπως άλλωστε σε όλες τις δημοσκοπήσεις της τελευταίας δεκαετίας.

Από εκεί και πέρα, η ακρίβεια παραμένει στην κορυφή των προβλημάτων για τους πολίτες, που όμως δεν πιστεύουν πως υπάρχει κάποια εναλλακτική πρόταση ή κάποιος που θα λύσει τον γόρδιο αυτό δεσμό με «έναν νόμο και ένα άρθρο».

Δηλαδή δεν πιστεύουν σε μαγικά ραβδιά. Και απ’ ό,τι φαίνεται μέχρι τώρα δεν πιστεύουν πως θα έρθει στην κυβέρνηση ένα κόμμα που ξαφνικά θα μοιράζει χρήμα με ουρά και θα υλοποιήσει υποσχέσεις που εύκολα δίνονται, όπως έγινε και την περίοδο της οικονομικής κρίσης με τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης –εντός και εκτός Βουλής– δεν πείθουν και αν κρίνει κανείς από τη λεγόμενη γκρίζα ζώνη, τους αναποφάσιστους δηλαδή, και την προέλευσή τους, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τηρούν στάση αναμονής αναφορικά με τις κινήσεις της κυβέρνησης της ΝΔ.

Από εκεί και πέρα, τα σενάρια που ακολουθούν τα ποσοστά που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις δεν είναι… πρωτόγνωρα για την ελληνική πολιτική σκηνή. Τα περί συνεργασιών που ακούγονται, τα περί κυβέρνησης «ειδικού σκοπού» και όλα τα σχετικά τα είδαμε και το 2023, όταν εκείνο τον Απρίλιο υπήρξαν στις αρχές δημοσκοπήσεις που έδιναν διαφορά μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ από 4,5% έως 6,5%, αλλά η παράσταση νίκης «επέμεινε» να καταγράφει διαφορές που έφταναν και στο 40% μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος, φανερώνοντας και τότε τις τάσεις της κοινωνίας που δείχνει να μη συμβαδίζει με τα θέλω των κομμάτων της αντιπολίτευσης αλλά και διάφορους εξωγενείς παράγοντες που συνεχίζουν να ποντάρουν στη λογική «να φύγει ο Μητσοτάκης».

Η προσπάθεια που γίνεται να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι διαμορφώνεται ο δεύτερος πόλος στο πολιτικό σύστημα στον σχεδιασμό αυτόν εντάσσεται. Προς το παρόν όμως κάτι τέτοιο δεν έχει προκύψει αφού φαίνεται να καταγράφεται ένα δημοσκοπικό ταβάνι που μέχρι τώρα δεν έχει ξεπεραστεί. Ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος είναι οι μήνες που θα αποσαφηνιστεί εάν η πολιτική σκηνή θα έχει δύο πόλους ή ενάμισι κόμμα όπως είναι σήμερα. Θα καθορίσουν το δεύτερο και το τρίτο κόμμα και τις εξελίξεις σε αυτά.

Η ουσία είναι πως ΝΔ και Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρούν την πρωτοκαθεδρία. Οι πολίτες αναμένουν λύσεις και όραμα, αλλά ποντάρουν, όπως φαίνεται για την ώρα, στη σταθερότητα και την ορθολογική διαχείριση και αντιμετώπιση κρίσεων. Ισως αυτός είναι και ο λόγος που επανέρχονται στο προσκήνιο η σκανδαλολογία και η προσπάθεια δημιουργίας κλίματος διαφθοράς.

Η πρόκληση φθοράς παραμένει κυρίαρχο συστατικό μιας αντιπολίτευσης που βλέπει ότι αδυνατεί να ανοίξει το βήμα της. Δεν είναι τυχαίο ότι στα διάφορα σενάρια των εκλογών είναι και αυτό του 25% που αφορά τη δυνατότητα του πρώτου κόμματος να πάρει το κλιμακωτό μπόνους των εδρών μαζί με αυτό των δύο εκλογικών αναμετρήσεων που παρακάμπτει την ουσία του εκλογικού συστήματος. Ποια είναι αυτή; Οτι οι εθνικές εκλογές διεξάγονται μια ημέρα, από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου, και όχι σε δύο γύρους ώστε να υπάρχει κάποια χαλαρότητα.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»