Δεν είναι η πρώτη φορά –δεν θα είναι και η τελευταία– αφού, όπως είναι σαφές, η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της τακτικής που ακολουθεί η αντιπολίτευση.
Δεν είναι η πρώτη φορά –δεν θα είναι και η τελευταία– που οι αποφάσεις ή οι εισηγήσεις δικαστικών λειτουργών αντιμετωπίζονται α λα καρτ με βάση το αν εξυπηρετούν ή όχι τα αφηγήματα και τα σενάρια που κατασκευάζονται.
Η α λα καρτ αντιμετώπιση των δικαστικών αποφάσεων
Για παράδειγμα, η εισήγηση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο για παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου σχετικά με τη διαχείριση που έγινε στον χώρο του δυστυχήματος των Τεμπών είναι «καλή» και «σωστή» για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που ήδη συμπεριφέρονται λες και ο πρώην υφυπουργός έχει ήδη παραπεμφθεί –είναι πρόταση σημειώνουμε– και καταδικαστεί.
Αντιθέτως, οι αποφάσεις δύο εισαγγελέων του Αρείου Πάγου για τις υποκλοπές –η πρώτη να τεθούν στο αρχείο οι αναφορές και η δεύτερη να μην ανασυρθούν από το αρχείο αφού δεν υπάρχουν νέα στοιχεία– είναι «κακές».
Και όχι μόνο είναι «κακές» αλλά και οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης είναι, σύμφωνα με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, «φερέφωνα» της κυβέρνησης.
Αλλο παράδειγμα: «Καλές» οι αποφάσεις για παραπομπή τεσσάρων βουλευτών της ΝΔ για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, «κακές» οι αποφάσεις βάσει των οποίων πήγαν αρχείο λόγω έλλειψης ενδείξεων για εννέα βουλευτές που παρ’ όλα αυτά διασύρθηκαν και στοχοποιήθηκαν από την αντιπολίτευση στο σύνολό της.
Η σκευωρία Novartis και η στοχοποίηση λειτουργών
Υπάρχει και ένα ακόμη παράδειγμα των ημερών. Η σκευωρία Novartis. Οι αποφάσεις έχουν ληφθεί, οι κουκουλοφόροι ψευδομάρτυρες που κάποιοι αποκαλούσαν «ήρωες» έχουν αποκαλυφθεί και έχουν καταδικαστεί.
Κι όμως κάποιοι, όπως είπε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, επιχειρούν «να επαναφέρουν την υπόθεση από το παράθυρο». Βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά, όπως δεν είναι και η πρώτη φορά που στοχοποιείται ο Αδωνις Γεωργιάδης, εν τούτοις και το τάιμινγκ –που λένε– έχει το ενδιαφέρον του.
Το χειρότερο δεν είναι οι επικρίσεις ως προς το αν είναι «καλές» ή «κακές» οι αποφάσεις και οι κρίσεις της Δικαιοσύνης, αλλά ότι ταυτόχρονα με αυτή την κριτική στοχοποιούνται και οι δικαστικοί λειτουργοί που τις λαμβάνουν. Και μιλάμε για τους δικαστικούς λειτουργούς που λαμβάνουν αποφάσεις ή προχωρούν σε εισηγήσεις που δεν βολεύουν τον αντιπολιτευτικό οίστρο των κομμάτων και δεν εξυπηρετούν αφηγήματα και σενάρια που στήνονται με γνώμονα τη δημιουργία κλίματος διαφθοράς και αδιαφάνειας.
Η υποκρισία για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς
Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι τα κόμματα αλλά και οι… εξωγενείς παράγοντες που ποντάρουν στη φθορά της κυβέρνησης αφού καταγγείλουν, φωνάξουν, διασύρουν και στοχοποιήσουν δικαστικούς λειτουργούς, στη συνέχεια εμφανίζονται να… ανησυχούν για τον θεσμό της Δικαιοσύνης και τη μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών σε αυτόν.
Περίπου δηλαδή σαν αυτόν που δολοφόνησε τους γονείς τους και μετά ζητά επιείκεια διότι είναι… ορφανός.
Ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης χωρίζονται σε «καλούς» και «κακούς» ανάλογα με την απόφαση που λαμβάνουν από τη μία πλευρά, ενώ από την άλλη στοχοποιούνται όταν οι αποφάσεις δεν αρέσουν στην αντιπολίτευση και χαρακτηρίζονται ως κυβερνητικά υποχείρια με μια διαδικασία που παραπέμπει σε μια μορφή εκφοβισμού τους για… μελλοντική χρήση.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, πως υπήρξαν δικαστικοί λειτουργοί που είδαν τις φωτογραφίες τους να βρίσκονται σε αναρτήσεις –παρέα με συγκεκριμένους δημοσιογράφους– και να καταγγέλλονται, όπως έγινε στην περίπτωση της καταδίκης του Νίκου Παππά και των 13 ανώτατων δικαστικών που έλαβαν την καταδικαστική απόφαση.
Οι κίνδυνοι από την ποινικοποίηση της πολιτικής
Η ουσία είναι ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης, των δικαστικών λειτουργών δηλαδή, κρίνονται μεν, αλλά δεν γίνεται να αποτελούν σημείο πολιτικής αντιπαράθεσης ανάλογα με το αν εξυπηρετούνται ή όχι τακτικές και μικροκομματικές ή μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Η δε ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής ουδέποτε οδήγησε σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα.
Αντιθέτως, δημιούργησε συνθήκες διχασμού και μια ισοπεδωτική εικόνα φθοράς των θεσμών που πάντα λειτουργεί σε βάρος της σταθερότητας.
Οι αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης με αφορμή την εισήγηση του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορούν να χαρακτηριστούν και ως εκ νέου προσπάθεια εργαλειοποίησης της τραγωδίας των Τεμπών από αυτούς που είχαν επενδύσει στα δήθεν παράνομα φορτία και στις υπόλοιπες θεωρίες συνωμοσίας που εκμεταλλεύθηκαν το θυμικό των πολιτών και κυρίως τους συγγενείς των θυμάτων.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»