Δύο κόσμοι στην πολιτική ζωή της χώρας.

Η συζήτηση για την αναθεώρηση του συντάγματος –με τις ομιλίες του πρωθυπουργού και των πολιτικών αρχηγών– και η καθιερωμένη δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο για την επέτειο Αποκατάστασης της Δημοκρατίας ήταν τα δύο θέματα με τα οποία έκλεισε η εβδομάδα που μας πέρασε.

Και τα δύο είναι μείζονος σημασίας, παρ’ όλα αυτά αντιμετωπίστηκαν από την αντιπολίτευση –όχι και τα δύο το ίδιο απ’ όλα τα κόμματα– με τρόπο που επαναφέρει τα περί δύο κόσμων στην πολιτική ζωή της χώρας.

Ως προς τη συνταγματική αναθεώρηση επελέγη η μετατροπή της σε σύγκρουση εφ’ όλης της ύλης με επιθέσεις κατά της κυβέρνησης με τρόπο που περιγράφηκε από τον πρωθυπουργό με τη φράση που απηύθυνε στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, στον οποίο είπε ότι η συζήτηση κατέληξε σε προ ημερησίας διατάξεως σε επίπεδο αρχηγών.

Και όμως η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης είναι όχι απλά σοβαρή, αλλά κορυφαία σε επίπεδο Κοινοβουλίου. Μιλάμε για την αναθεώρηση άρθρων άμεσα συνδεδεμένων με την ανάγκη εκσυγχρονισμού του συντάγματος. Παρ’ όλα αυτά επελέγη η επανάληψη κατηγοριών για θέματα άσχετα, σε μια προσπάθεια να δικαιολογηθεί η αρνητική στάση της αντιπολίτευσης και ειδικά του ΠΑΣΟΚ, που δείχνει να συμφωνεί με την ανάγκη αναθεώρησης, αλλά θέτει προσκόμματα.

Οι υψηλοί, εκτός θέματος, τόνοι ήρθαν απλώς να αναδείξουν πολιτικές επιλογές ως προς την ατζέντα και τη διαμόρφωση ενός αρνητικού κλίματος συνολικά. Οι διαρροές από τη Χαριλάου Τρικούπη, σύμφωνα με τις οποίες το ΠΑΣΟΚ ήταν «νικητής» στη μάχη της Βουλής, έρχονται απλώς να επιβεβαιώσουν ότι η στόχευση ήταν διαφορετική για την κυβερνώσα παράταξη και διαφορετική για την αντιπολίτευση.

Μόνο που τελικά αυτό που φάνηκε είναι ότι και σε αυτήν την κορυφαία διαδικασία κυριαρχεί το στοιχείο του μικροκομματισμού και μιας αντιπολιτευτικής τακτικής με βάση τον λαϊκισμό.

Τροφή στα άκρα

Ας αλλάξουμε όμως σκηνικό. Ας μεταφερθούμε λίγο παρακάτω, στο Προεδρικό Μέγαρο, όπου λίγες ώρες αργότερα την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκε η δεξίωση για την επέτειο Αποκατάστασης της Δημοκρατίας 52 χρόνια μετά την επιστροφή στην Ελλάδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Πρώην πρωθυπουργοί και αρχηγοί κομμάτων ή κοινοβουλευτικών ομάδων επέλεξαν να μην παραστούν –ο καθένας για τους δικούς του λόγους– σε μια γιορτή που δεν αφορά την κυβέρνηση ή τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αλλά τον ελληνικό λαό.

Το να επιχειρεί κάποιος να δείξει με τον τρόπο του και τη στάση του –έστω και εμμέσως– ότι στη χώρα μας αμφισβητείται η Δημοκρατία εκφεύγει κάθε λογικής και το μόνο που κάνει είναι να συντηρεί θεωρίες και αφηγήματα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Τα περί «θεσμικής εκτροπής» που ακούγονται και από επίσημα χείλη έχουν μοναδικό στόχο τη δημιουργία κλίματος και τη διατήρηση μιας επαναστατικής… γυμναστικής που αφορά συγκεκριμένους χώρους και συγκεκριμένες πρακτικές.

Ναι, η Δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Η διατήρησή της είναι ένας διαρκής αγώνας, κυρίως όμως εξαιτίας του είτε αριστερόστροφου είτε δεξιόστροφου λαϊκισμού που συντηρεί τα άκρα δίνοντας σε αυτά υπόσταση όταν τίθεται διαρκώς υπό αμφισβήτηση μέσα από κραυγές και ψιθύρους αλλά και την εργαλειοποίηση μεμονωμένων συμβάντων.

Ας δούμε την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ που αποφάσισε να μην παραστεί στη γιορτή για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας και τα περί ακροδεξιών που ανέφεραν τα στελέχη του. Ξέχασαν πιθανότατα τις δηλώσεις ότι «στη Βουλή δεν υπάρχουν ευπρόσδεκτες και μη ευπρόσδεκτες ψήφοι...» όταν επεδίωκαν την υπερψήφιση του νόμου για την απλή αναλογική τον Ιούνιο του 2016 ή την κοινή επίσκεψη με βουλευτές της Χρυσής Αυγής στο Καστελόριζο τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους.

Για την ιστορία, και ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ και ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ παρέστησαν και βρέθηκαν και στην καθιερωμένη συνάντηση που λόγω βροχής δεν έγινε στο γνωστό κιόσκι, αλλά εντός Προεδρικού Μεγάρου.

Υγ.: Δεν ήταν λίγοι πάντως αυτοί που, βλέποντας τη σύνθεση στο Προεδρικό Μέγαρο, σκέφτηκαν αυτό που είπε φωναχτά ο Δημήτρης Κουτσούμπας για τα κόμματα που παλαιότερα ήταν στη Βουλή. Πριν δηλαδή η οικονομική κρίση χτυπήσει την πόρτα και βάλει στη Βουλή τα λεγόμενα κόμματα της… αγανάκτησης.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»