Στο πεζοδρόμιο της Σταδίου 23, λίγα μέτρα από τον θόρυβο της πόλης, υπάρχει μια φράση χαραγμένη στο μάρμαρο.
Δεν είναι απλώς μνήμη. Είναι κατηγορία. «Θύματα του τυφλού μίσους που γεννά ο διχασμός». Και κάθε 5 Μαΐου, η φράση αυτή γίνεται πιο βαριά.
Τέταρτη 5 Μαΐου 2010. Η επίθεση στη Marfin δεν ήταν ένα «ατύχημα». Ήταν το αποκορύφωμα μιας εποχής που έβραζε. Εκείνη την ημέρα είχε κηρυχθεί πανελλαδική γενική απεργία από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, ως αντίδραση στα νέα οικονομικά μέτρα και την επικείμενη ψήφιση του Πρώτου Μνημονίου στη Βουλή, η οποία είχε προγραμματιστεί για την επόμενη ημέρα.
Η χώρα βυθιζόταν στην ανασφάλεια του πρώτου Μνημονίου. Οι δρόμοι γέμιζαν οργή. Στις πλατείες, πάνω και κάτω, ενώθηκαν ετερόκλητες δυνάμεις. Αναρχικοί, ακραίοι αριστεροί, νεοναζί. Διαφορετικές ιδεολογίες, κοινός παρονομαστής: η απόλυτη απόρριψη, η εύκολη βία, η ανάγκη για έναν εχθρό.
Εκείνο το μεσημέρι, το υποκατάστημα της Marfin Egnatia Bank έγινε παγίδα θανάτου. Μέσα, άνθρωποι που απλώς πήγαν στη δουλειά τους. Έξω, μια πόλη που καιγόταν. Οι μολότοφ έσκισαν τον αέρα. Η φωτιά τύλιξε το κτίριο. Ο καπνός ανέβηκε ασφυκτικός. Ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, η Παρασκευή Ζούλια και η Αγγελική Παπαθανασοπούλου που ήταν έγκυος στον τέταρτο μήνα, δεν πρόλαβαν να σωθούν. Δεν είχαν καμία σχέση με τα συνθήματα. Δεν ήταν μέρος καμίας σύγκρουσης. Ήταν απλώς άνθρωποι.
Και όμως, μετά τη σιωπή των σειρήνων, δεν ήρθε η κάθαρση. Οι φυσικοί αυτουργοί χάθηκαν μέσα στο πλήθος. Το μίσος δεν τιμωρήθηκε όπως άξιζε. Αντίθετα, για χρόνια, η κοινωνία κοίταζε αλλού. Σαν να μην ήθελε να δει τον καθρέφτη.
Το μνημείο στήθηκε μετά από 10 χρόνια, στην δέκατη επέτειο της τραγωδίας, μετά από πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ως μια κίνηση εθνικής συμφιλίωσης και απόδοσης τιμής στα θύματα. Και βανδαλίστηκε ξανά και ξανά. Μάρμαρο σπασμένο, λέξεις μουτζουρωμένες, σύμβολα σβησμένα. Όχι τυχαία. Από «γνωστούς άγνωστους» με συγκεκριμένες ιδεολογικές ρίζες. Από εκείνους που ακόμη και σήμερα δεν αντέχουν την αλήθεια που τους εκθέτει.
Γιατί η αλήθεια είναι απλή και σκληρή. Ο διχασμός δεν είναι αφηρημένη έννοια. Έχει πρόσωπα, έχει λόγια, έχει ευθύνες. Και κάποιοι επένδυσαν συνειδητά σε αυτόν. Τον καλλιέργησαν, τον φούντωσαν, τον μετέτρεψαν σε πολιτικό εργαλείο. Για να έρθουν πιο κοντά στην εξουσία.
Σήμερα, κάποιοι από αυτούς επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία. Με βιβλία, με αφηγήσεις, με επιλεκτική μνήμη. Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να γράφει την «Ιθάκη» του. Αλλά οι σκιές της Σταδίου δεν σβήνονται με λέξεις. Δεν ξεπλένονται με σελίδες.
Γιατί στο τέλος, η πλακέτα δεν ξεχνά. Και κάθε φορά που την αγγίζει κανείς, νιώθει το ίδιο ερώτημα να καίει: πόσο αίμα χρειάζεται ακόμη για να καταλάβουμε τι γεννά ο διχασμός;