Η 5η Μαΐου 2010 είχε κηρυχθεί ημέρα γενικής απεργίας και πορείας προς τη Βουλή από τη ΓΣΕΕ, το ΑΔΕΔΥ και το ΠΑΜΕ.
Λίγες ημέρες νωρίτερα η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε ανακοινώσει αυστηρά μέτρα οικονομικής λιτότητας στο πλαίσιο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης που είχε ξεσπάσει στις αρχές του 2010.
Ο εμπρησμός υποκαταστήματος της τράπεζας Marfin-Εγνατία στην Αθήνα, αναφερόμενος συχνά και ως η τραγωδία της Marfin, έγινε στις 5 Μαΐου 2010 κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων κατά των οικονομικών μέτρων για την υπογραφή της δανειακής σύμβασης.
Ομάδα αγνώστων ατόμων έριξε βόμβες μολότοφ στην τράπεζα την ώρα που βρίσκονταν μέσα σε αυτήν περίπου 25-30 εργαζόμενοι. Οι περισσότεροι κατόρθωσαν να διαφύγουν, πέντε άτομα διέσωσε η πυροσβεστική και τρία άτομα πέθαναν από ασφυξία λόγω των τοξικών αναθυμιάσεων και του πυκνού καπνού.
Η ταυτότητα των αυτουργών της επίθεσης δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα. Το 2013 στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν για φόνο εξ αμελείας τριών υπαλλήλων, τις σωματικές βλάβες άλλων 21 υπαλλήλων και για πολλαπλές παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού.
Πέρασαν δεκαέξι χρόνια από κείνη τη μαύρη μέρα που οι παράφρονες έβαλαν φωτιά στη Marfin κι έκαψαν ζωντανούς τους εργαζόμενους. Τους νεκρούς τούς έκλαψαν οι συγγενείς τους, το κράτος έκανε το χρέος του με μια μαρμάρινη πλάκα, οι παράφρονες έκτοτε τη βανδαλίζουν σε κάθε ευκαιρία – είναι οι ίδιοι που απαιτούν ανδριάντες, εθνικές αργίες και ικριώματα, αλλά για άλλους νεκρούς.
Ίσως δεν έχουμε άλλο όμοιο τόσο κραυγαλέο παράδειγμα ατόφιας αναισθησίας απέναντι σε νεκρούς: όποιος πέφτει σε δυστύχημα, σε στραβοτιμονιά, αυτομάτως γίνεται ήρωας, συλλογικό πένθος, όποιος πέφτει από μολότοφ, γίνεται θέμα μεταξύ συγγενών και φίλων. Δεν περισσεύει δάκρυ, μνήμη, δεν υπάρχει μάνα-σύμβολο να πάρει σβάρνα τα κανάλια, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα ευρωπαϊκά φόρα.
Οι νεκροί των μολότοφ δεν έχουν εκπροσώπους, υποστηρικτές, δεν συμβολίζουν τίποτα. Οι μολότοφ πάει καιρός που αθωώθηκαν, αρκεί να ξέρεις πού να σταθείς την ώρα που πέφτουν, το είπε –και το χειρότερο είναι πως το εννοούσε– ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, δίνοντας έτσι άφεση στη δράκα των δολοφόνων της 35χρονης Παρασκευής Ζούλια, του 36χρονου Επαμεινώνδα Τσάκαλη και της 32χρονης εγκυμονούσας Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, που βρήκαν τραγικό θάνατο από ασφυξία στο υποκατάστημα της τράπεζας στην οδό Σταδίου.
Δεκαέξι χρόνια μετά το έγκλημα εκείνο παραμένει ανεξιχνίαστο για να θυμίζει σε ολοένα και πιο λίγους ότι η ιστορία της χώρας αντέχει και ανέχεται κάποιες σελίδες της γραμμένες με αίμα, που ξεθωριάζει γρήγορα και δεν αφήνει αποτύπωμα – σαν να μην έτρεξε τίποτα ποτέ…