«Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή, να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή».
Με αυτό το σύνθημα στα χείλη, χιλιάδες διαδηλωτές βρέθηκαν στο κέντρο της Αθήνας εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό της 5ης Μαΐου του 2010, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν κατά της ψήφισης και εφαρμογής του πρώτου μνημονίου, με τις αλλαγές στην κοινωνία εκείνη τη δεδομένη στιγμή να έρχονται με καταιγιστικούς ρυθμούς».
Κανείς δεν μπορούσε να σκεφτεί πως κάποιοι από τους συγκεντρωμένους είχαν σκοπό να περάσουν από τα συνθήματα στην πράξη.
Αντί για τη Βουλή, είχαν σχεδιάσει να πυρπολήσουν ένα υποκατάστημα τράπεζας και να δολοφονήσουν τρεις ανθρώπους. Για την ακρίβεια, τέσσερις, καθώς η μια γυναίκα ήταν έγκυος.
Το έκαναν με τρόπο επαγγελματικό, στυγνό, όπως μόνο δολοφόνοι μπορούν να πράξουν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες της πράξης τους. Ο εμπρησμός της Marfin, ύστερα από τόσα χρόνια εκτιμώ –όπως και πολλοί άλλοι άλλωστε– πως ήταν μια προσχεδιασμένη ενέργεια.
Λίγα λεπτά μετά την εμπρηστική επίθεση με στόχο το υποκατάστημα της τράπεζας Marfin στη Σταδίου, πέρασα από το σημείο και εγώ, όπως εκατοντάδες άλλα άτομα, ως διαδηλωτής. Γύρω μου έβλεπα πρόσωπα σε έκσταση, απολάμβαναν αχόρταγα και θα έλεγα με αγαλλίαση και ικανοποίηση, κάποιοι από αυτούς, την εικόνα μιας τράπεζας να καίγεται απ’ άκρη σ’ άκρη.
Κάποιοι φώναζαν «προχωράμε, προχωράμε», αλλά λίγοι ήμασταν εκείνοι που, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, είχαμε αντιληφθεί την τραγωδία που θα ακολουθούσε. Θυμάμαι να βλέπω τη φωτιά που είχε τυλίξει τον ισόγειο χώρο της τράπεζας και σχεδόν κανείς να μην προσπαθεί να βοηθήσει.
Επίσης, δεν γνώριζα ότι εντός του καταστήματος υπήρχαν εργαζόμενοι, καθώς η διοίκηση της επιχείρησης είχε αποφασίσει να μη συμμετάσχει στην πανελλαδική απεργία της 5ης Μαΐου.
Εκ των υστέρων κάποιοι είπαν πως ακριβώς επειδή δεν συμμετείχε στην απεργία το κατάστημα «στοχοποιήθηκε» από μπαχαλάκηδες. Λες και οι εργαζόμενοι είχαν τη δυνατότητα να πράξουν κάτι άλλο πέρα από το εργαστούν κανονικά.
Λες και οι εργαζόμενοι είχαν την ευθύνη λειτουργίας του καταστήματος, λες και οι εργαζόμενοι ήταν τα… αφεντικά που ήθελαν οι δολοφόνοι να σκοτώσουν εκείνη την ημέρα.
Στους δρόμους της Αθήνας εκείνη την ημέρα, ένα ετερόκλητο «μωσαϊκό» από πλήθος ατόμων διαφορετικών κοινωνικών τάξεων και ηλικιών, συμμετείχαν στη γενική απεργία. Ένα πλήθος ανθρώπων που περιελάμβανε συνταξιούχους, εργαζομένους, γονείς με τα παιδιά τους, κάθε λογής συλλογικότητες και φορείς.
Ήταν πραγματικά μια μεγάλη σε όγκο συγκέντρωση, οι συμμετέχοντες στην οποία θα κινούνταν προς το Κοινοβούλιο προκειμένου να διαμαρτυρηθούν. Ήταν η πρώτη φορά που αποφάσισα εκείνη την μέρα να κατέβω και εγώ στον δρόμο.
Μαζί με μια δημοσιογραφική παρέα, κάποιοι εκ των οποίων στη συνέχεια παράτησαν το επάγγελμα, άλλοι πάλι ανελίχθηκαν σε υψηλά κλιμάκια της τηλεόρασης, βρεθήκαμε από νωρίς το πρωί στην πλατεία Ομονοίας.
Αυτή ήταν και η τελευταία πορεία στην οποία συμμετείχα στη ζωή μου. Καλώς ή κακώς, κάποιες αποφάσεις στον βίο μας διαμορφώνονται σύμφωνα με την αρχική μας εμπειρία. Και πραγματικά η πορεία εκείνη, που σύμφωνα με εκτιμήσεις των διοργανωτών έφτανε το ένα εκατομμύριο πολιτών, παραμένει μέχρι και σήμερα μια τραυματική εμπειρία.
Όλοι όσοι βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στο κέντρο της Αθήνας, αισθάνονταν πως συμμετείχαν σε κάτι που ενδεχομένως θα άλλαζε τη φορά των πραγμάτων. Μειώσεις μισθών, περικοπές, εργασιακή ανασφάλεια, κλείσιμο δομών και νοσοκομείων.
Ως διαδηλωτές πιστέψαμε πως με τη μαζικότητα της συγκέντρωσης, ενδεχομένως κάτι να άλλαζε. Φρούδες ελπίδες σκέφτομαι σήμερα κάνοντας μια αναδρομή στα όσα ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια.
Χιλιάδες πορείες πραγματοποιήθηκαν στα χρόνια των μνημονίων, συγκεντρώσεις, επεισόδια, τίποτα όμως δεν ήταν σαν εκείνο το πρωινό της 5ης Μαΐου του 2010.
Ενώ βρισκόμασταν έξω από την τράπεζα που «φλεγόταν» δεν γνώριζα για τα άτομα που βρίσκονταν στο εσωτερικό της. Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, ηλικίας 32 ετών, έγκυος τεσσάρων μηνών, η Παρασκευή Ζούλια ηλικίας 35 ετών και ο 36χρονος Επαμεινώνδας Τσάκαλης, ανέβηκαν στον πρώτο όροφο του κτηρίου να σωθούν.
Δεν υπολόγισαν όμως πως λόγω του μεγάλου πλήθους που βρισκόταν επί της οδού Σταδίου, δεν θα μπορούσαν τα πυροσβεστικά οχήματα να προσεγγίσουν τη φλεγόμενη τράπεζα. Συνεχίσαμε την πορεία μας προς τη Βουλή. Θυμάμαι μέγα πλήθος να μουντζώνει προς το κτήριο, να βρίζουν και να καταριούνται.
Από εκείνο το μείγμα των ανθρώπων βγήκαν και οι γνωστοί «Αγανακτισμένοι». Ξεκίνησαν να χτυπούν άδειες κατσαρόλες στην πλατεία Συντάγματος και φτάσαμε στα όσα βίωσε η χώρα από το 2015 επί ημερών διακυβέρνησης από τους Τσίπρα-Καμμένο.
Λόγω της πολυκοσμίας αποφασίσαμε με την παρέα να το διαλύσουμε και ο καθένας να πάρει τον δρόμο του. Χαμογελαστοί και κάνοντας πλάκα για όσα είδαμε να εξελίσσονται χαιρετηθήκαμε.
Λίγη ώρα αργότερα φτάνω στο μικρό δυάρι που έμενα τότε στο Νέο Φάληρο. Μέχρι να καθίσω καλά καλά, μιας και στην απεργιακή κινητοποίηση συμμετείχαν και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, πληροφορούμαι το γεγονός της δολοφονίας των τεσσάρων ατόμων στη Marfin της οδού Σταδίου.
Αμέσως δέχομαι τηλεφώνημα από το γραφείο ρεπορτάζ του ΣΚΑΙ που με ενημερώνει πως η απεργία «έσπασε» λόγω της τραγωδίας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχα μεταβεί στην περιοχή των Εξαρχείων όπου εκτυλίσσονταν επεισόδια.
Αυτό που με «στοιχειώνει» ύστερα από 16 ολόκληρα χρόνια, μιας και σήμερα είναι η «μαύρη επέτειος» από τη δολοφονία των εργαζομένων της τράπεζας, είναι η εικόνα τους να εκλιπαρούν για βοήθεια από το μπαλκόνι του κτηρίου την ώρα που το εσωτερικό φλεγόταν και κανείς να μην τους βοηθάει.
Αντί κάποιος να τείνει χείρα βοηθείας ενώ έδιναν μάχη για να πάρουν μια ανάσα, το πλήθος φώναζε, «Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Με αυτό το μισαλλόδοξο σύνθημα και τον τρόμο της φωτιάς, οι εργαζόμενοι της τράπεζας Marfin έφυγαν από τη ζωή.
Για αυτούς τους ανθρώπους ούτε πορείες έγιναν ούτε συγκεντρώσεις. Ίσα ίσα που τουλάχιστον δυο φορές, άτομα που θέλουν να ονομάζονται… άνθρωποι, έσπασαν την πλάκα από το μνημείο που έχει στηθεί έξω από το κτήριο που στεγαζόταν η τράπεζα.
Μελανό σημείο επίσης, για όλους όσοι διετέλεσαν υπουργοί Προστασίας του Πολίτη από τότε έως σήμερα το γεγονός ότι ποτέ δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τους δράστες του εμπρησμού. Οι δολοφόνοι συνεχίζουν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας και οι συγγενείς των θυμάτων ζητούν δικαιοσύνη για τις ψυχές των δολοφονημένων ανθρώπων τους.