Η Αθήνα οφείλει να απαιτήσει από το Κάιρο την άμεση έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος και τη χορήγηση αιγυπτιακής υπηκοότητας στον Ηγούμενο της ιστορικής Μονής, Αρχιεπίσκοπο Σιναίου Συμεών.

Σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη φάση εισέρχεται το ζήτημα της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, καθώς οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη Σιναϊτική Αδελφότητα και την αιγυπτιακή πλευρά φαίνεται να πλησιάζουν προς το τελικό τους στάδιο.

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται σήμερα, 8 Σεπτεμβρίου, στο Ελ Αλαμέιν, όπου θα έχει διμερή συνάντηση με τον Πρόεδρο της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι. Είναι αυτονόητο ότι το μέλλον της Μονής του Σινά πρέπει να τεθεί με τρόπο σαφή, επιτακτικό και χωρίς διπλωματικές ασάφειες στο τραπέζι των συνομιλιών. Το πρόγραμμα της επίσκεψης ανακοινώθηκε επισήμως από το Μέγαρο Μαξίμου.

Η συμφωνία είχε αρχικά προαναγγελθεί για το τέλος Αυγούστου, ωστόσο δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρωθεί εντός του συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι εξακολουθούν να εξετάζονται κρίσιμες νομικές λεπτομέρειες, καθώς και η τελική διατύπωση των αιγυπτιακών προτάσεων.

Στο υπό διαμόρφωση πλαίσιο προβλέπεται ότι η Σιναϊτική Αδελφότητα θα διατηρήσει στο διηνεκές το δικαίωμα θρησκευτικής διακατοχής, χρήσης και λειτουργίας της Μονής και των κειμηλίων της. Την ίδια στιγμή, όμως, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα σύνθετο καθεστώς, στο οποίο η Μονή δεν θα μπορεί να μεταβιβάζει ή να αξιοποιεί ελεύθερα τα ιστορικά της ακίνητα, ενώ σημαντικό ρόλο και λόγο θα έχει η αιγυπτιακή Εφορεία Αρχαιοτήτων, κάτι που δεν ίσχυε μέχρι τώρα.

Παράλληλα, παραμένει ανοικτό το ζήτημα δεκάδων μικρότερων ακινήτων και εκτάσεων, από τις οποίες η Αδελφότητα αντλεί πόρους αναγκαίους για τη συντήρηση και την καθημερινή λειτουργία της. Δεν πρόκειται, επομένως, για μία απλή διοικητική διευθέτηση. Πρόκειται για μία συμφωνία που θα καθορίσει το ιδιοκτησιακό, διοικητικό και λειτουργικό μέλλον του αρχαιότερου εν ενεργεία χριστιανικού μοναστηριού-μνημείου στον κόσμο.

Το κρισιμότερο ζήτημα παραμένει άλυτο

Μέσα σε όλες αυτές τις συζητήσεις υπάρχει μία θεμελιώδης εκκρεμότητα, η οποία δεν μπορεί ούτε να υποβαθμιστεί ούτε να μετατεθεί για αργότερα:

Ο Ηγούμενος της Μονής, Αρχιεπίσκοπος Σινά, Φαράν και Ραϊθώ κ. Συμεών, σχεδόν έναν χρόνο μετά την εκλογή και την ενθρόνισή του, δεν έχει ακόμη λάβει την επίσημη αναγνώριση του αιγυπτιακού κράτους ούτε την αιγυπτιακή υπηκοότητα.

Αυτό δεν αποτελεί μία τυπική γραφειοκρατική εκκρεμότητα. Αφορά ευθέως τη νόμιμη εκπροσώπηση της Μονής έναντι των αιγυπτιακών Αρχών.

Οι υπάρχουσες πληροφορίες αναφέρουν ότι στο τελικό πλαίσιο προβλέπεται η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος, με το οποίο ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών θα αναγνωριστεί ως νόμιμος Καθηγούμενος, καθώς και η απόδοση της αιγυπτιακής υπηκοότητας. Όμως άλλο η πρόβλεψη μέσα σε ένα σχέδιο και άλλο η ολοκληρωμένη, έμπρακτη και νομικά ισχυρή αναγνώριση. Οι σχετικές προβλέψεις περιλαμβάνονται στις υπό διαπραγμάτευση προτάσεις.

Χωρίς την προηγούμενη επίσημη αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου Συμεών:

• Ποιος ακριβώς θα υπογράψει για λογαριασμό της Μονής;

• Με ποια θεσμική και νομική ιδιότητα;

Και

• Πώς θα τεθεί σε ισχύ μία συμφωνία, όταν ο άνθρωπος που καλείται να δεσμεύσει τη Σιναϊτική Αδελφότητα δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί από το ίδιο το κράτος με το οποίο διαπραγματεύεται;

Εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος.

Η συμφωνία δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποσχέσεις ότι η αναγνώριση «θα ακολουθήσει». Ούτε είναι δυνατόν να ζητείται από τον Αρχιεπίσκοπο να προσέλθει ως συμβαλλόμενο μέρος, ενώ προηγουμένως δεν του έχει αποδοθεί επισήμως η ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της Μονής.

Η σωστή σειρά των ενεργειών είναι σαφής:

  1. Έκδοση του αιγυπτιακού Προεδρικού Διατάγματος για την επίσημη αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου Συμεών ως Ηγουμένου και νόμιμου εκπροσώπου της Μονής.
  2. Χορήγηση της αιγυπτιακής υπηκοότητας.
  3. Πλήρης κατοχύρωση της νομικής προσωπικότητας και της διοικητικής αυτονομίας της Μονής.
  4. Και μόνο τότε, υπογραφή και θέση σε ισχύ οποιασδήποτε συνολικής συμφωνίας.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αρκεστεί σε διαβεβαιώσεις

Η ελληνική πλευρά οφείλει να θέσει την αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου Συμεών ως απαράβατη προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της συμφωνίας.

Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις, οι προφορικές διαβεβαιώσεις ή οι διπλωματικές διατυπώσεις. Απαιτούνται συγκεκριμένες πράξεις με πλήρη νομική ισχύ.

Η Αθήνα πρέπει να ζητήσει από τον Πρόεδρο αλ Σίσι να κλείσει άμεσα αυτή την αδικαιολόγητη εκκρεμότητα. Δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη και ασφαλής συμφωνία για το μέλλον της Μονής χωρίς προηγουμένως να υπάρχει αναγνωρισμένος και νομίμως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός της.

Ταυτόχρονα, κάθε τελική ρύθμιση οφείλει να προστατεύει χωρίς αστερίσκους:

  • την αδιάλειπτη ελληνορθόδοξη ταυτότητα της Μονής,
  • την αυτοδιοίκηση της Σιναϊτικής Αδελφότητας,
  • τη μοναστική και λατρευτική ζωή,
  • τα κειμήλια, τα χειρόγραφα και τους πνευματικούς θησαυρούς,
  • καθώς και την περιουσία που εξασφαλίζει την οικονομική επιβίωσή της.

Η Αγία Αικατερίνη του Σινά δεν είναι ένα απλό κτιριακό συγκρότημα ούτε ένα τουριστικό αξιοθέατο που μπορεί να ενταχθεί σε σχεδιασμούς οικονομικής εκμετάλλευσης. Είναι ένας ζωντανός πνευματικός οργανισμός με δεκαπέντε αιώνες αδιάλειπτης παρουσίας και παγκόσμια ακτινοβολία.

Η επικείμενη συμφωνία μπορεί να αποτελέσει μία ιστορική λύση. Μπορεί, όμως, εάν συνταχθεί βιαστικά ή εφαρμοστεί χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις, να μετατραπεί σε πηγή νέων και ακόμη σοβαρότερων προβλημάτων.

Γι’ αυτό απαιτείται απόλυτη καθαρότητα:

Πρώτα η επίσημη αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου Συμεών. Πρώτα η κατοχύρωση του νόμιμου εκπροσώπου και της νομικής υπόστασης της Μονής. Και κατόπιν οι υπογραφές.

Οτιδήποτε διαφορετικό θα άφηνε το μέλλον του Σινά μετέωρο και μία ιστορική συμφωνία χτισμένη επάνω σε νομικά σαθρά θεμέλια.

* Ο Σωτήρης Μ. Τζούμας είναι Επικοινωνιολόγος/ Εκκλησιαστικός Αναλυτής