Οι επόμενες κινήσεις θεωρούνται κρίσιμες για το μέλλον της Μονής Σινά, καθώς σήμερα, Κυριακή (23/8) ολοκληρώνεται το χρονικό πλαίσιο που είχε αρχικά τεθεί για την ανακοίνωση της απόφασης του Αρείου Πάγου της Αιγύπτου σχετικά με το ιδιοκτησιακό.

Η συγκεκριμένη δικαστική εξέλιξη μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά το νομικό σκέλος της υπόθεσης. Ωστόσο, δεν θεωρείται βέβαιο ότι η απόφαση θα δημοσιοποιηθεί εντός της ημέρας. Πληροφορίες από πρόσωπα που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξει νέα μετάθεση.

Παράλληλα με τη δικαστική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη μια εξίσου σημαντική διαπραγμάτευση ανάμεσα στη Σιναϊτική Αδελφότητα και το αιγυπτιακό κράτος. Στο επίκεντρο βρίσκεται η εξασφάλιση της συνέχισης της παρουσίας και της λειτουργίας της Μονής, αλλά και το καθεστώς χρήσης των χώρων της μετά τα δεδομένα που δημιούργησε η απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας.

Σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρεται από πηγές με γνώση των συνομιλιών, οι επαφές κινούνται σε θετική κατεύθυνση. Οι δύο πλευρές έχουν πλέον περάσει από τις γενικές αρχές στη συζήτηση συγκεκριμένων όρων και λεπτομερειών.

Η πρόταση που εξετάζεται θεωρείται, υπό τις παρούσες συνθήκες, μια από τις πλέον εφαρμόσιμες λύσεις για να υπάρξει συμφωνία. Ωστόσο, τίποτα δεν έχει ακόμη κλείσει οριστικά.

Κεντρικός στόχος είναι να αποτυπωθεί με σαφή και δεσμευτικό τρόπο ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει στη Μονή να συνεχίσει απρόσκοπτα τη μοναστική και θρησκευτική της ζωή, διατηρώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σε μια περιοχή που το Κάιρο θεωρεί ιδιαίτερα ευαίσθητη.

Η απόφαση του Αρείου Πάγου και οι δύο προσφυγές

Ενώπιον του ανώτατου αιγυπτιακού δικαστηρίου βρίσκονται δύο διαφορετικές προσφυγές κατά της απόφασης του Εφετείου της Ισμαηλίας.

Η πρώτη έχει ασκηθεί από το αιγυπτιακό κράτος, το οποίο επιδιώκει την ακύρωση της εφετειακής απόφασης και την επαναφορά της προηγούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Εκείνη η απόφαση δεν αναγνώριζε ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Μονής στα επίδικα περιουσιακά στοιχεία, ενώ περιλάμβανε και αξίωση για αποζημίωση λόγω παράνομης κατοχής.

Η δεύτερη προσφυγή προέρχεται από την ίδια τη Μονή, η οποία ζητεί επίσης την ακύρωση της απόφασης του Εφετείου, αλλά με αντίθετο στόχο: την αναγνώριση της κυριότητάς της στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων.

Έτσι, το δικαστικό μέτωπο παραμένει πλήρως ανοιχτό, την ώρα που παράλληλα επιχειρείται να βρεθεί λύση μέσω εξωδικαστικής συνεννόησης.

Μια ενδεχόμενη καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερο χρόνο στις δύο πλευρές, ώστε να διευθετήσουν τα σημεία στα οποία εξακολουθούν να υπάρχουν εκκρεμότητες.

Η φόρμουλα της «θρησκευτικής κατοχής»

Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρίσκεται ένας σύνθετος συμβιβασμός, που επιχειρεί να γεφυρώσει τις θέσεις της Μονής και του αιγυπτιακού Δημοσίου.

Το υπό συζήτηση μοντέλο προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις της Μονής θα χαρακτηριστούν αρχαιολογικοί χώροι. Η κυριότητα θα παραμένει στο αιγυπτιακό Δημόσιο, ενώ η Μονή θα διατηρεί επ’ αόριστον τη θρησκευτική κατοχή και χρήση, το λεγόμενο «religious possession».

Το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τη φόρμουλα που εξετάζεται, θα παρέχεται χωρίς χρονικό περιορισμό και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.

Ουσιαστικά επιχειρείται να θεσπιστεί ένα ειδικό και ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο, μέσω του οποίου η Μονή θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τους ιστορικούς χώρους της, ενώ η κυριότητα των αρχαιολογικών χώρων θα ανήκει στο κράτος.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη πρόταση δεν αποτελεί ακόμη τελική συμφωνία. Οι συζητήσεις συνεχίζονται και υπάρχουν κρίσιμες λεπτομέρειες που δεν έχουν οριστικοποιηθεί.

Αθήνα και Κάιρο αναζητούν την ισορροπία

Η Αθήνα παρακολουθεί από κοντά την υπόθεση, έχοντας ως βασική επιδίωξη να διασφαλιστούν η ιστορική συνέχεια, ο χαρακτήρας και η απρόσκοπτη λειτουργία της Μονής.

Παράλληλα, όμως, το θέμα αγγίζει μια πολύ ευρύτερη εξίσωση: τη στρατηγική σχέση Ελλάδας και Αιγύπτου.

Η ελληνική πλευρά επιδιώκει μια λύση που θα παρέχει ουσιαστικές εγγυήσεις στη Μονή, χωρίς ταυτόχρονα να οδηγήσει τις σχέσεις με το Κάιρο σε ανοιχτή σύγκρουση.

Η συνεργασία των δύο χωρών έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς περιλαμβάνει την ασφάλεια, την ενέργεια, το μεταναστευτικό και τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων. Ελλάδα και Αίγυπτος έχουν επίσης προχωρήσει σε συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ.

Γι’ αυτό και οι ελληνικοί χειρισμοί παραμένουν προσεκτικοί. Οι πιο ειδικοί όροι του μελλοντικού καθεστώτος θεωρείται ότι πρέπει να οριστικοποιηθούν πρωτίστως από τη Μονή και το αιγυπτιακό κράτος, καθώς οι δύο αυτές πλευρές καλούνται να εφαρμόσουν τη συμφωνία στην πράξη.

Το ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον

Η υπόθεση, πάντως, έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια του άξονα Αθήνα–Κάιρο–Μονή.

Η Ουάσινγκτον έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη διατήρηση του ιστορικού status quo της Μονής, γεγονός που προσθέτει μια ακόμη διεθνή παράμετρο στην υπόθεση.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην πρόσφατη συνάντηση του Αρχιεπισκόπου Συμεών με τον Μασάντ Μπούλος, ανώτερο σύμβουλο του Ντόναλντ Τραμπ για αραβικά και μεσανατολικά ζητήματα.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν μεταδοθεί, ο Μπούλος μετέφερε το προσωπικό ενδιαφέρον του Αμερικανού προέδρου για τη διατήρηση του ιστορικού καθεστώτος της Μονής.

Η αμερικανική παρουσία στη συζήτηση αναβαθμίζει περαιτέρω το θέμα, δείχνοντας ότι δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως μια διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου.

Την επόμενη εβδομάδα αναμένεται, μάλιστα, να επισκεφθεί τη Μονή ο Ελληνοαμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικλ Ρήγας, με αφορμή τις εκδηλώσεις για την Κοίμηση της Θεοτόκου με το παλαιό ημερολόγιο.