Κάθε τόσο με πιάνει μια νοσταλγία να σκαλίζω το χρόνο συλλέγοντας στιγμές από το παρελθόν μέσα από περιοδικά και εφημερίδες που κάποτε φύλαξα με σκοπό να ξανασυναντήσω τον εαυτό μου στο μέλλον.

Τις προάλλες ξεφυλλίζοντας το «Τέταρτο» του Μάνου Χατζιδάκι αισθάνθηκα την απουσία της αισθητικής και διανοητικής «αφύπνισης» να γίνεται πιο αισθητή από ποτέ, ιδιαίτερα για τον χώρο της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς.

Το «Τέταρτο» δεν ήταν απλώς ένα έντυπο αισθητικής πρωτοπορίας, αλλά ένα ανατρεπτικό πνευματικό όπλο απέναντι στη χυδαιότητα. Σήμερα, η απουσία αυτού του οράματος γίνεται πιο επώδυνη από ποτέ, καθώς η κεντροδεξιά στερείται ενός αναγκαίου αναχώματος απέναντι σε έναν ιδιότυπο «νεο-αυριανισμό». Ο Χατζιδάκις, μια φύση γνήσια φιλελεύθερη, δεν δίστασε να συγκρουστεί μετωπικά με τον αυριανισμό της δεκαετίας του ’80, καταγγέλλοντας τη δολοφονία χαρακτήρων, τον κιτρινισμό και τον εκμαυλισμό της κοινής γνώμης. Το περιοδικό του λειτούργησε ως μια ζωντανή «δεξαμενή σκέψης», αποδεικνύοντας ότι η παράταξη μπορούσε να παράγει υψηλό πολιτιστικό αντίλογο.

Στη σημερινή πραγματικότητα, το φάντασμα εκείνης της εποχής έχει επιστρέψει μεταλλαγμένο. Ο νεο-αυριανισμός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των ψηφιακών λιντσαρισμάτων, των fake news και της ισοπέδωσης δεν αποτελεί πλέον την εξαίρεση, αλλά τείνει να γίνει η νέα, τρομακτική «κανονικότητα». Η πολιτική ζωή εγκλωβίζεται σε έναν τοξικό βούρκο.

Η Νέα Δημοκρατία κινδυνεύει σήμερα από μια βαθιά πολιτισμική ξηρασία, καθώς συχνά οχυρώνεται πίσω από μια στεγνή τεχνοκρατική διαχείριση, αφήνοντας το πεδίο των ιδεών απροφύλακτο. Επείγει να ξαναβρεί το χαμένο νεύρο του «Τετάρτου». Χρειάζεται πνευματική αφύπνιση, το ξάφνιασμα της διαφορετικότητας και τολμηρά αναχώματα που θα σπάσουν την ομοιομορφία της χυδαιότητας. Η νοσταλγία για τον Χατζιδάκι δεν είναι παρελθοντολογία, αλλά μια κραυγή αγωνίας για το μέλλον του δημόσιου λόγου.