Σαν σήμερα, στις 8 Απριλίου του 1973, σίγησε ένα από τα πιο ανήσυχα πινέλα, ένας καλλιτέχνης που δεν έμαθε ποτέ να επαναλαμβάνεται, ο Πάμπλο Πικάσο.
Στο σπίτι του στη νότια Γαλλία, το τέλος ήρθε ήρεμα, σχεδόν σε αντίθεση με την ένταση που χαρακτήριζε κάθε περίοδο της δημιουργίας του. Και αυτό γιατί η πορεία του, έμοιαζε περισσότερο με διαδοχικές εκρήξεις, όπου κάθε νέα αρχή ακύρωνε την προηγούμενη και άνοιγε δρόμο σε κάτι απρόβλεπτο.
Από τα πρώτα του βήματα ως παιδί-θαύμα στη Μάλαγα μέχρι τις τολμηρές αναζητήσεις στο Παρίσι, η ζωγραφική δεν υπήρξε για εκείνον επάγγελμα, αλλά τρόπος ύπαρξης.
Υπήρξαν εποχές όπου τα έργα του βυθίζονταν σε ψυχρούς τόνους και ανθρώπινες φιγούρες έμοιαζαν χαμένες μέσα στη μοναξιά τους. Και ύστερα, χωρίς προειδοποίηση, το φως άλλαζε, τα σχήματα διαλύονταν, τα πρόσωπα έπαυαν να υπακούουν στους κανόνες της προοπτικής. Ο κόσμος έβλεπε κάτι πρωτόγνωρο, μια πραγματικότητα σπασμένη σε κομμάτια, που όμως αποκτούσε νέα συνοχή μέσα από το βλέμμα του καλλιτέχνη.
Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, το όνομά του έγινε σημείο αναφοράς για ό,τι θεωρούνταν τολμηρό και καινούργιο. Κι όμως, εκείνος δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται για τίτλους ή κατηγορίες. Προχωρούσε διαρκώς, σαν να τον κυνηγούσε η ίδια του η επιτυχία. Κάθε κατάκτηση ήταν απλώς ένα σημείο εκκίνησης για την επόμενη μεταμόρφωση.
Όταν ο πόλεμος σκίασε την Ευρώπη, η τέχνη του έγινε κραυγή. Όπως η «Γκουέρνικα», ένας πίνακας καταγγελίας για τα εγκλήματα κατά του λαού του στον ισπανικό εμφύλιο, που στάθηκε απέναντι στη βία χωρίς όπλα, αλλά με μορφές διαλυμένες, παραμορφωμένες, γεμάτες πόνο. Μια εικόνα που απαιτούσε να τη νιώσεις, χωρίς να επιδέχεται εξηγήσεις.
Μέχρι τα βαθιά του χρόνια, δεν σταμάτησε να δημιουργεί. Τα χέρια του συνέχιζαν να δουλεύουν με την ίδια ανυπομονησία, σαν να μην υπήρχε αρκετός χρόνος για όσα ήθελε ακόμη να πει. Και ίσως πράγματι να μην υπήρχε.
Την ημέρα που έφυγε, δεν έκλεισε κανένας κύκλος...παρέμεινε ανοιχτός, και αυτό γιατί κάθε γενιά επιστρέφει στα έργα του και βρίσκει κάτι διαφορετικό, κάτι που κάνεις δεν είχε προσέξει από πριν. Σαν να αλλάζουν μαζί με εκείνον, σαν να συνεχίζουν να συνομιλούν με το παρόν.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε γραμμές που σπάνε και μορφές που ξαναγεννιούνται, διακρίνεται ακόμη η αίσθηση ότι η τέχνη δεν τελειώνει ποτέ... απλώς αλλάζει χέρια!