Η αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα βρίσκονται απέναντι στη διεύρυνση των γαλλικών ελλειμμάτων
Η Ελλάδα, η χώρα που πριν από περίπου μιάμιση δεκαετία βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, έχει φτάσει πλέον να δανείζεται με χαμηλότερο κόστος από τη Γαλλία, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους υψηλότερους λόγους δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρώπη.
Η εξέλιξη αποτυπώνει μια σημαντική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο οι αγορές αξιολογούν τον δημοσιονομικό κίνδυνο. Το απόλυτο ύψος του χρέους ή ακόμη και ο λόγος του προς το ΑΕΠ δεν αρκούν πλέον για να εξηγήσουν τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Σημαντικό βάρος αποκτούν η κατεύθυνση στην οποία κινείται το χρέος, οι χρηματοδοτικές ανάγκες, η διάρκεια των υποχρεώσεων και η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να διατηρεί υπό έλεγχο τα δημόσια οικονομικά.
Η γρήγορη αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους
Στο τέλος του πρώτου τριμήνου, το ελληνικό δημόσιο χρέος διαμορφωνόταν στο 143,5% του ΑΕΠ, παραμένοντας εξαιρετικά υψηλό με ευρωπαϊκά δεδομένα. Η εικόνα αλλάζει, ωστόσο, όταν εξετάζεται η πορεία του δείκτη, καθώς μέσα σε δώδεκα μήνες υποχώρησε κατά 9,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει συνέχιση αυτής της τάσης τα επόμενα χρόνια, με το χρέος να υποχωρεί από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025 στο 134,4% το 2027.
Η ταχύτητα αποκλιμάκωσης έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγορές, καθώς δείχνει ότι, παρά το μεγάλο απόθεμα χρέους, η επιβάρυνση της ελληνικής οικονομίας ακολουθεί σταθερά πτωτική τροχιά.
Τα πλεονάσματα ενισχύουν την ελληνική εικόνα
Σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της αντίληψης των επενδυτών διαδραματίζουν και οι δημοσιονομικές επιδόσεις. Η Ελλάδα έκλεισε το προηγούμενο έτος με πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, ενώ οι προβλέψεις θέλουν το δημοσιονομικό ισοζύγιο να παραμένει θετικό έως το 2027.
Αυτό περιορίζει τις νέες δανειακές ανάγκες και ενισχύει την πεποίθηση ότι η αποκλιμάκωση του χρέους μπορεί να συνεχιστεί. Παράλληλα, η διάρθρωση του ελληνικού χρέους, σημαντικό μέρος του οποίου βρίσκεται στα χέρια του επίσημου ευρωπαϊκού τομέα και χαρακτηρίζεται από μεγάλες διάρκειες, περιορίζει τις πιέσεις από την αναχρηματοδότηση.
Έτσι, οι επενδυτές δεν εξετάζουν μόνο πόσο χρωστά η Ελλάδα σήμερα, αλλά και πόσο γρήγορα μειώνεται το βάρος του χρέους και πόσο διαχειρίσιμες παραμένουν οι χρηματοδοτικές της ανάγκες.
Η αντίθετη πορεία της Γαλλίας
Στη Γαλλία η τάση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα ξεπεράσει το 120% έως το 2027, ενώ το Παρίσι βρίσκεται αντιμέτωπο με επίμονα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα.
Η Γαλλία κατέγραψε έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που αυξάνει τις ανάγκες έκδοσης νέου χρέους και ενισχύει την προσοχή των επενδυτών στη μελλοντική δημοσιονομική της πορεία.
Η σύγκριση επομένως έχει μια ιδιαιτερότητα. Η Ελλάδα ξεκινά από σαφώς υψηλότερο επίπεδο χρέους, αλλά το μειώνει γρήγορα, ενώ η Γαλλία διαθέτει χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, ο οποίος όμως ακολουθεί ανοδική πορεία.
Τι πραγματικά τιμολογούν οι αγορές
Η ανατροπή στις αποδόσεις των ομολόγων δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία έχει συνολικά ξεπεράσει τη γαλλική ούτε ότι οι δύο χώρες έχουν το ίδιο πιστωτικό προφίλ.
Η Γαλλία παραμένει μία από τις μεγαλύτερες και περισσότερο διαφοροποιημένες οικονομίες της Ευρώπης, διαθέτει βαθιά κεφαλαιαγορά, μεγάλη εγχώρια αποταμιευτική βάση και σημαντική φοροδοτική ικανότητα, ενώ η πιστοληπτική της αξιολόγηση εξακολουθεί να βρίσκεται υψηλότερα από εκείνη της Ελλάδας.
Οι αποδόσεις των ομολόγων καταγράφουν όμως και τις προσδοκίες για την κατεύθυνση των δημόσιων οικονομικών. Σε αυτή τη σύγκριση, η Ελλάδα επωφελείται από την ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, την ώρα που η Γαλλία καλείται να ανακόψει την αύξηση του χρέους και να περιορίσει τα υψηλά ελλείμματά της.
Η εικόνα στις αγορές αποτελεί έτσι μια εντυπωσιακή αντιστροφή σε σχέση με τα χρόνια της ελληνικής κρίσης χρέους. Η Αθήνα εξακολουθεί να κουβαλά ένα μεγάλο απόθεμα δημόσιου χρέους, αλλά οι επενδυτές βλέπουν πλέον μια οικονομία της οποίας ο δείκτης χρέους υποχωρεί, ενώ στην περίπτωση της Γαλλίας η προσοχή στρέφεται όλο και περισσότερο στο ερώτημα πώς θα ανακοπεί η αντίθετη πορεία.