Αυτή η ιστορία με το κράτος δικαίου στην Ελλάδα δεν είναι καινούργια.
Μετά την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, το 2019, χρησιμοποιήθηκε σε σημείο που να εγείρει ερωτήματα αναφορικά με τις προθέσεις και των εντός της χώρας επικριτών αλλά και των εκτός συνόρων διαφόρων περίεργων και μη ΜΚΟ και άλλων οργανώσεων.
Η επίθεση κατά της Δικαιοσύνης και η επιχείρηση αποδόμησής της συνδέονται άμεσα με αυτήν τη διαδικασία που τείνει, ειδικά από το 2023 και μετά, σε αυτό που η Ευρωπαία εισαγγελέας, Λάουρα Κοβέσι, φέρνει ως επίδικο με την επιστολή της προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2092, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τι ακριβώς επιχειρεί με αυτήν την επιστολή; Την ενεργοποίηση του μηχανισμού αιρεσιμότητας κατά της Ελλάδας, δηλαδή διαδικασία που αποσκοπεί στο πάγωμα κοινοτικών κονδυλίων προς τη χώρα, όπως συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν στην περίπτωση της Ουγγαρίας επί Όρμπαν.
Γιατί; Για τη νομοθέτηση αναφορικά με την επιτάχυνση διαδικασιών εκδίκασης υποθέσεων για την οποία όχι απλά ήταν ενήμερη αλλά χαρακτήρισε και ως θετική κατά την επίσκεψή της στην Ελλάδα και τη συνάντηση που είχε με την ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Κάτι ανάλογο είχε επιχειρηθεί και με το ψήφισμα της 7ης Φεβρουαρίου του 2024 με απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου σε μια διαδικασία που ξεκίνησαν και ολοκλήρωσαν εκπρόσωποι ευρωομάδων που συντάχθηκαν υπό μία περίεργη συμμαχία προκειμένου να πλήξουν την Ελλάδα και να παγώσουν τα σημαντικά κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το θέμα του κράτους δικαίου έχει γίνει σημαία από το 2023. Οι αναφορές στο άρθρο 7 της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν συνεχείς σε μια προσπάθεια καταδίκης της χώρας με την επίκληση ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η ΕΕ για τα κράτη-μέλη της.
Κι όμως οι εκθέσεις της αρμόδιας επιτροπής καταλήγουν κάθε φορά σε άλλα συμπεράσματα. Και για το κράτος δικαίου και για την ελευθερία του Τύπου και για όλα όσα θέτουν διάφοροι εκπρόσωποι κομμάτων που μάλιστα σπεύδουν να επισκεφτούν και τους εισηγητές/εισηγήτριες της σχετικής έκθεσης που φέτος αναμένεται να δημοσιοποιηθεί στις αρχές Ιουλίου.
Ας πούμε για παράδειγμα η επίσκεψη του Γιώργου Παπανδρέου και του Δημήτρη Μάντζου στις Βρυξέλλες στα τέλη Ιανουαρίου του 2026 ή η ερώτηση του Κώστα Αρβανίτη στα τέλη Απριλίου αναφορικά με τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στη Λάουρα Κοβέσι.
Το ερώτημα είναι γιατί κάποιος να θέλει μια καταδίκη της Ελλάδας που να συνδέεται με πάγωμα ευρωπαϊκών κονδυλίων; Τι όφελος θα έχουν φερειπείν τα κόμματα της εδώ αντιπολίτευσης; Και πραγματικά θεωρούν ότι η πλειοψηφία των πολιτών, αυτή η σιωπηρή πλειοψηφία, εκτιμά πως υπάρχει ζήτημα κράτους δικαίου;
Ότι δηλαδή στην Ελλάδα δεν υπάρχει ελευθερία έκφρασης λόγου ή ότι δεν υπάρχει ελευθερία του Τύπου; Μήπως ότι η Δικαιοσύνη άγεται και φέρεται από την κυβέρνηση επειδή δεν αρέσουν κάποιες αποφάσεις στην αντιπολίτευση, ενώ είναι καλή και άξια όταν αυτές αρέσουν;
Ως προς τη στάση, πάντως, της Ευρωπαίας εισαγγελέως, αυτή είχε προεξοφληθεί από διάφορα μέσα. Το ότι έσπευσε να στείλει επιστολή συνδέοντας μια νομοθετική πράξη με τα κονδύλια της ΕΕ θα πρέπει να προβληματίσει και τους εδώ υποστηρικτές της.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».