«Για πρώτη φορά συνδέεται ευθέως η λειτουργία της ελληνικής Δικαιοσύνης με τον κίνδυνο αναστολής κοινοτικών πόρων», επισημαίνει η Δήμητρα Χαλικιά σχολιάζοντας την παρέμβαση Κοβέσι.

Στον απόηχο της επιστολής της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, Λάουρα Κοβέσι προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με επίκληση του Κανονισμού Αιρεσιμότητας και σαφείς αιχμές περί ανεπαρκούς συνεργασίας της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), η πρώην Αντιπρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ και νυν Προϊσταμένη Μονάδας στην Εθνική Αρχή Συντονισμού του ΕΣΠΑ, Δήμητρα Χαλικιά, κάνει λόγο για «εξαιρετικά σοβαρή θεσμική εξέλιξη».

Όπως επισημαίνει, «για πρώτη φορά επιχειρείται να συνδεθεί ευθέως η λειτουργία της ελληνικής Δικαιοσύνης και της εθνικής ποινικής δικονομίας με τον κίνδυνο αναστολής ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων προς τη χώρα».

Η Δήμητρα Χαλικιά θέτει παράλληλα σοβαρά ερωτήματα τόσο για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα όσο και για τη θεσμική συνέπεια συγκεκριμένων δικονομικών χειρισμών στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Όπως αναφέρει, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών, Πόπη Παπανδρέου απέστειλε δικογραφία στη Βουλή με αναφορές σε κακουργηματικές και πλημμεληματικές πράξεις, οδηγώντας 11 βουλευτές σε διαδικασίες άρσης ασυλίας και δύο πρώην υπουργούς ένα βήμα πριν από προανακριτική επιτροπή.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια, στη συνέχεια ακολούθησε μια εξαιρετικά προβληματική θεσμικά εξέλιξη: Zητήθηκε εκ των υστέρων πραγματογνωμοσύνη για την υπόθεση.

Η πραγματογνωμοσύνη ανατέθηκε στην Παρασκευή Τυχεροπούλου, η οποία - όπως υποστηρίζει η Δήμητρα Χαλικιά - είχε υπηρεσιακή εμπλοκή στις επίμαχες χρονικές περιόδους, καθώς:

- Το 2021 ήταν Προϊσταμένη του Τμήματος Αχρεωστήτως Καταβληθέντων,

- Ενώ στη συνέχεια ανέλαβε καίριες θέσεις ευθύνης στη διοικητική δομή του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Η Δήμητρα Χαλικιά σημειώνει ότι η επιλογή αυτή δημιουργεί σοβαρά ζητήματα θεσμικής ουδετερότητας και σύγκρουσης ρόλων, καθώς πρόσωπο με διοικητική εμπλοκή σε κρίσιμες περιόδους της υπόθεσης καλείται εκ των υστέρων να γνωμοδοτήσει για πιθανές ποινικές ευθύνες που αφορούν ακριβώς αυτές τις περιόδους.

Ωστόσο, η ίδια επιμένει ότι το μείζον ζήτημα δεν είναι μόνο αυτό. Όπως τονίζει, ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, η πραγματογνωμοσύνη δεν κατέληξε σε τεκμηρίωση των αρχικών κακουργηματικών αποδόσεων της δικογραφίας. «Εδώ βρίσκεται το πραγματικό θεσμικό πρόβλημα», σημειώνει χαρακτηριστικά η Δήμητρα Χαλικιά.

Κατά την άποψή της, δημιουργείται εύλογο πολιτικό και θεσμικό ερώτημα για το πώς είναι δυνατόν να οικοδομούνται τόσο βαριές δημόσιες και πολιτικές κατηγορίες κατά μιας χώρας, όταν ακόμη και οι ίδιες οι πραγματογνωμοσύνες που επιλέγονται εκ των υστέρων δεν μπορούν τελικά να στηρίξουν τα ίδια τα κακουργήματα που αποδόθηκαν αρχικά.

Σε ό,τι αφορά δε την παρέμβαση της Λάουρα Κοβέσι για τις ανανεώσεις θητειών στελεχών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) στην Ελλάδα, η Δήμητρα Χαλικιά υποστηρίζει ότι «ο ίδιος ο Κανονισμός της EPPO δεν ρυθμίζει επαρκώς το συγκεκριμένο ζήτημα».

Όπως επισημαίνει, «στο πλαίσιο της αρχής της επικουρικότητας και της δικονομικής αυτονομίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν εθνικές ρυθμίσεις για τη λειτουργία των εθνικών γραφείων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας». Και προσθέτει: «Αυτό ακριβώς έκανε και η Ελλάδα».

Η ίδια εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στην απουσία επίσημης κυβερνητικής αντίδρασης απέναντι στην επιστολή της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, σημειώνοντας ότι ουσιαστικά αφήνεται να αιωρείται η απειλή παγώματος κοινοτικών πόρων προς τη χώρα.

Παράλληλα υπερασπίζεται τη λειτουργία των ελληνικών ελεγκτικών και εισαγγελικών αρχών, επισημαίνοντας ότι η Οικονομική Εισαγγελία και η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων έχουν διαχρονικά προχωρήσει σε ελέγχους, δικογραφίες, συλλήψεις και ανακτήσεις ποσών μετά από καταγγελίες του ίδιου του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην επιστροφή 25 εκατομμυρίων ευρώ μέσα σε έξι μήνες, υποστηρίζοντας ότι «δεν πρόκειται για αμελητέο ποσό αλλά για αποτέλεσμα πραγματικής ελεγκτικής δουλειάς».

Καταλήγοντας, η Δήμητρα Χαλικιά θέτει το εξής ερώτημα: «Πριν απειλείται η Ελλάδα με Κανονισμούς Αιρεσιμότητας και παγώματα χρηματοδοτήσεων, μήπως θα έπρεπε κάποιοι να εξετάσουν σοβαρότερα τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στο ίδιο το γραφείο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα;».

Ακολουθεί ολόκληρη η ανάρτηση της Δήμητρας Χαλικιά

Η επιστολή της Laura Kövesi προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με επίκληση του Κανονισμού Αιρεσιμότητας και με αιχμή ότι η Ελλάδα δεν συνεργάζεται επαρκώς με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, είναι μια εξαιρετικά σοβαρή θεσμική εξέλιξη. Όχι μόνο γιατί αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο κυρώσεων σε βάρος της χώρας, αλλά γιατί για ΠΡΩΤΗ φορά επιχειρείται να συνδεθεί ευθέως η λειτουργία της ελληνικής Δικαιοσύνης και της εθνικής ποινικής δικονομίας με τον κίνδυνο αναστολής ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων.!

Ωστόσο εδώ προκύπτουν εύλογα και πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα.

Η εισαγγελέας πρωτοδικών κα Παπανδρέου απέστειλε δικογραφία στη Βουλή με αναφορές σε κακουργηματικές και πλημμεληματικές πράξεις, οδηγώντας 11 βουλευτές σε διαδικασίες άρσης ασυλίας και δύο πρώην υπουργούς ένα βήμα πριν από προανακριτική επιτροπή. Μέχρι εδώ, θεσμικά, όλα κρίνονται και αξιολογούνται.

Όμως στη συνέχεια συνέβη κάτι που δημιουργεί σοβαρότατα ζητήματα θεσμικής συνέπειας και σύγκρουσης συμφερόντων. Η κα Εισαγγελέας αποφάσισε ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ να ζητήσει εμπειρογνωμοσύνη ! Εκ των υστέρων!

Εκ των υστέρων, λοιπόν, επιλέχθηκε ως πραγματογνώμονας η κα Τυχεροπούλου, πρόσωπο που όχι μόνο είχε υπηρεσιακή εμπλοκή στις επίμαχες χρονικές περιόδους, αλλά κατείχε καίριες διοικητικές θέσεις:

το 2021 ως Προϊσταμένη Τμήματος Αχρεωστήτως Καταβληθέντων,

και στη συνέχεια ως Διευθύντρια Άμεσων Ενισχύσεων και Αγροτικής Ανάπτυξης ταυτόχρονα.

Δηλαδή πρόσωπο που είχε άμεση διοικητική συμμετοχή και ευθύνη σε διαδικασίες που σχετίζονται με τις πληρωμές των ετών 2021, 2022 και 2023, καλείται να γνωμοδοτήσει εκ των υστέρων για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες που αφορούν ακριβώς αυτές τις περιόδους!!!

Και το αποτέλεσμα;

Η πραγματογνωμοσύνη δεν εντόπισε κανένα κακούργημα.

Εδώ λοιπόν γεννάται ένα απολύτως θεμιτό πολιτικό και θεσμικό ερώτημα προς την κα Laura Kövesi:

Πριν εγκαλείτε μια χώρα περί κράτους δικαίου, μήπως θα έπρεπε να εξετάσετε πρώτα πώς λειτουργούν οι ίδιοι οι μηχανισμοί της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα;

Μήπως χρειάζεται ένας στοιχειώδης έλεγχος για θέματα σύγκρουσης συμφερόντων, επιλογής πραγματογνωμόνων και βασικών αρχών ποινικής διαδικασίας;

Διότι όταν μια δικογραφία με τόσο βαριές καταγγελίες «ξεφουσκώνει» μέσα από μια πραγματογνωμοσύνη που φέρει τέτοια εμφανή ζητήματα ασυμβίβαστου, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά θεσμικό.

Και υπάρχει και δεύτερο θέμα.

Η κα Laura Kövesi εγκαλεί την Ελλάδα επειδή δεν συμμορφώθηκε με απόφαση του Κολλεγίου της EPPO σχετικά με τις ανανεώσεις θητειών.

Αλλά εδώ υπάρχει ένα απλό νομικό δεδομένο: Ο ίδιος ο Κανονισμός της ΕΡΡΟ δεν ρυθμίζει επαρκώς το συγκεκριμένο ζήτημα. Συνεπώς, τα κράτη μέλη - στο πλαίσιο της αρχής της επικουρικότητας και της δικονομικής αυτονομίας - θεσπίζουν εθνικές ρυθμίσεις για τη λειτουργία των εθνικών γραφείων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Αυτό ακριβώς έκανε και η Ελλάδα.

Δεν είναι λοιπόν, τουλάχιστον παράδοξο να εγκαλείται σήμερα η χώρα επειδή νομοθέτησε σε πεδίο που ο ίδιος ο ευρωπαϊκός κανονισμός άφησε αρρύθμιστο;

Ειλικρινά προκαλεί απορία η απουσία επίσημης αντίδρασης της κυβέρνησης της ΝΔ απέναντι σε μια τόσο βαριά και πολιτικά επιθετική επιστολή, η οποία ουσιαστικά αφήνει να αιωρείται η απειλή παγώματος ευρωπαϊκών πόρων προς τη χώρα.

Αυτή τη στιγμή, δεν συζητάμε απλώς μια νομική διαφωνία.

Συζητάμε για ευθεία αμφισβήτηση θεμελιωδών πλευρών της εθνικής έννομης τάξης και της λειτουργίας της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Βάλτε επιτέλους ένα τέλος στην κατρακύλα που αφήσατε να εξελίσσεται εδώ και σχεδόν 1,5 χρόνο εις βάρος της χώρας μας από εξωτερικούς παράγοντες, των οποίων η σύγχυση γύρω από τη διάκριση εξουσιών, αρμοδιοτήτων και ρόλων έχει οδηγήσει σε διεθνή διασυρμό της Ελλάδας.

Πείτε δυνατά και καθαρά ότι η Οικονομική Εισαγγελία και η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της χώρας έκαναν και κάνουν τη δουλειά τους. Διαχρονικά. Με δικογραφίες, συλλήψεις, ελέγχους και επιστροφές χρημάτων μετά από καταγγελίες του ίδιου του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Και συνεχίζουν να την κάνουν.

25 εκατομμύρια ευρώ επιστροφές μέσα σε έξι μήνες δεν είναι αστείο ποσό. Είναι αποτέλεσμα πραγματικής δουλειάς.

Αντιθέτως, από όλο το υπερδιογκωμένο επικοινωνιακό «μπαλόνι» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δεν είδαμε ούτε μία θεαματική αποκάλυψη που να αντέχει τελικά στο βάρος της ίδιας της δικογραφίας.

Αντίθετα, είδαμε δικογραφίες με βαρύτατα κακουργήματα να «εξαϋλώνονται» μέσα από πραγματογνωμοσύνες που προσπαθούν ταυτόχρονα:

και να μην εκθέσουν πλήρως την εισαγγελική έρευνα,

και να μην υποστηρίξουν πλήρως τις αρχικές κατηγορίες,

και να αφήσουν υπαινιγμούς περί «ελλιπούς ενημέρωσης» της πραγματογνώμονος.

Δηλαδή ένα θεσμικό «ήξεις αφήξεις», που στο τέλος δεν μπορεί να κάνει το ψάρι κρέας όσο κι αν το επιθυμεί η αρχική δικογραφία.

Και εδώ προκύπτει το μείζον ερώτημα:

Πώς είναι δυνατόν να στήνονται πολιτικές και θεσμικές καταιγίδες κατά μιας χώρας, όταν οι ίδιες οι πραγματογνωμοσύνες που επιλέγονται εκ των υστέρων δεν μπορούν να στηρίξουν τα ίδια τα κακουργήματα που αποδόθηκαν;

Πριν λοιπόν απειλείται η Ελλάδα με Κανονισμούς Αιρεσιμότητας και «παγώματα» χρηματοδοτήσεων, μήπως θα έπρεπε κάποιοι να κοιτάξουν λίγο σοβαρότερα τι συμβαίνει μέσα στο ίδιο το γραφείο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα;