Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με ανακοίνωση-δήλωσή της κατήγγειλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επειδή αρνήθηκε να άρει την ασυλία της ευρωβουλευτού και αντιπροέδρου των Χριστιανοκοινωνιστών, Ανγκέλικα Νίμπλερ.

Στις 19 Μαΐου, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δημοσιοποίησε ανακοίνωση-δήλωση καταγγέλλοντας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επειδή αρνήθηκε να άρει την ασυλία της ευρωβουλευτού και αντιπροέδρου των Χριστιανοκοινωνιστών, Ανγκέλικα Νίμπλερ. Ουδείς ασχολήθηκε με το θέμα, ούτε στη Γερμανία ούτε στο Στρασβούργο. Μόνο από την ελληνική αντιπολίτευση λαμβάνει καλά νέα η Λάουρα Κοβέσι

Κατά την ανακοίνωση, σύμφωνα με το γερμανικό σύνταγμα, δεν μπορεί να ξεκινήσει ποινική διαδικασία κατά βουλευτού χωρίς προηγούμενη άδεια του Κοινοβουλίου. Αναφέρει επίσης ότι όσον αφορά υποθέσεις που σχετίζονται με Γερμανούς βουλευτές και χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, απαιτείται άρση ασυλίας.

Για αυτόν τον λόγο, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζήτησε την άρση της ασυλίας της Γερμανίδας ευρωβουλευτού στις 21 Ιουλίου 2025, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

«Η άρνηση άρσης ασυλίας», αναφέρεται στην ανακοίνωση, «δημιουργεί πλέον διαδικαστικό εμπόδιο. Ως εκ τούτου, η έρευνα δεν μπορεί να προχωρήσει πέραν αυτού του προκαταρκτικού σταδίου. Στην πράξη, ο/η Ευρωπαίος/-α εντεταλμένος/-η εισαγγελέας δεν μπορεί να προχωρήσει σε έρευνα. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διατηρεί το δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων».

Όπως βλέπουμε, η ασυλία όχι μόνο δεν αποτελεί «ελληνικό παράδοξο», αλλά και το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλείται να συμμορφωθεί με τα εθνικά δίκαια και να προχωρήσει σε διαδικασία άρσης ασυλίας.

Διαπιστώνουμε επίσης ότι και στον Κανονισμό της ίδιας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπάρχει άρθρο που την υποχρεώνει να λαμβάνει υπ’ όψιν τα θέματα των ασυλιών – οπότε δεν γίνεται αντιληπτό για ποιον λόγο κάθε τόσο η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επικαλείται προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια.

Δεν τρέχουν όλοι πίσω από την Κοβέσι

Και κάτι ακόμη: Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζήτησε την άρση ασυλίας στις 21 Ιουλίου 2025 και η υπόθεση συζητήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 19 Μαΐου 2026!

Δεν τρέχουν δηλαδή όλοι πίσω από τη Λάουρα Κοβέσι, ούτε διαμαρτύρεται κανένα κόμμα επειδή δεν σπεύδουν να συμμορφωθούν άμεσα. Και είναι τουλάχιστον γελοίο να συζητούμε για ευρωπαϊκά κονδύλια και για τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να επηρεάσει τη ροή τους.

Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που η κ. Κοβέσι φαντάζεται ότι μπορεί να παρέμβει στο έργο της νομοθετικής εξουσίας. Τα ίδια είχε κάνει και στην Αυστρία, ζητώντας να μην αλλάξει ο Ποινικός Κώδικας της χώρας, αλλά ουδείς αισθάνθηκε την ανάγκη να της δώσει οποιαδήποτε απάντηση.

Δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν τα πολιτικά κίνητρα

Αλλά στην περίπτωση της Γερμανίδας ευρωβουλευτού υπάρχει κάτι σημαντικότερο, που ουσιαστικά τίθεται για πρώτη φορά δημόσια και με τόσο ξεκάθαρο τρόπο: η πολιτική εργαλειοποίηση. Παράλληλα, αμφισβητούνται το ίδιο ξεκάθαρα και οι μέθοδοι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όπως καθορίστηκαν από την κ. Κοβέσι και οι οποίες αμφισβητούνται πλέον από τους/τις εθνικούς δικαστές.

Στο Στρασβούργο και σε μυστική ψηφοφορία, απορρίφθηκε το αίτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας – 309 ευρωβουλευτές ψήφισαν κατά της άρσης ασυλίας, 283 υπέρ και 53 απείχαν. Αυτό από μόνο του σημαίνει πως και στις ψηφοφορίες υπάρχουν πολιτικά κίνητρα.

Κι αυτό, διότι προηγουμένως η Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είχε εκδώσει γνωμοδότηση, βάσει της οποίας η βασική μάρτυρας πιθανόν να έδωσε πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επειδή είχε πολιτικά κίνητρα.

Επρόκειτο για πρώην υπάλληλο της Νίμπλερ, η οποία, κατά την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, έχει εισφέρει πολλά έγγραφα. Οι καταγγελίες αφορούσαν έξοδα ταξιδιών στο Στρασβούργο και στις Βρυξέλλες, καθώς και ότι η ευρωβουλευτής ζητούσε από τους συνεργάτες της να εκτελούν καθήκοντα άσχετα με τα κοινοβουλευτικά της καθήκοντα, ενώ αφέθηκε να εννοηθεί ότι είχε «παραχωρήσει» συνεργάτη της στο γραφείο πρώην ευρωβουλευτή.

Η Νίμπλερ, πολιτικός από το Μόναχο, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από το 1999 και συμπρόεδρος της ευρωοομάδας CDU/CSU (Χριστιανοδημοκράτες /Χριστιανοκοινωνιστές), αρνήθηκε τις κατηγορίες και ανακοίνωσε, μέσω των δικηγόρων της, ότι διατηρεί το δικαίωμα να κινηθεί νομικά κατά μέσων ενημέρωσης που αναφέρθηκαν στην υπόθεση χωρίς να λάβουν υπ’ όψιν το τεκμήριο της αθωότητας.

Στις 5 Μαΐου, η Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία έκθεση που συνιστούσε την απόρριψη της αίτησης για άρση της ασυλίας της κ. Νίμπλερ.

Η πρώην υπάλληλος ήθελε να γίνει ευρωβουλευτής!

Όπως έγινε γνωστό από το Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η μάρτυρας είναι πρώην υπάλληλος που έθεσε υποψηφιότητα στις ευρωεκλογές του 2024, αλλά έχασε από τη Νίμπλερ. Ετσι, πιθανόν να προέβη στην καταγγελία ώστε, αν η Νίμπλερ υποχρεωνόταν λόγω των καταγγελιών να παραιτηθεί από την έδρα της, τη θέση της να καταλάβει η ίδια η καταγγέλλουσα!

Η ιστορία με τις καταγγελίες και τους μάρτυρες (επώνυμους και ανώνυμους) δεν είναι καινούργια. Το θέμα είναι πως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία –προφανώς με βάση τις οδηγίες της κ. Κοβέσι– σπεύδει να προχωρά σε έρευνες και να κρεμάει στα μανταλάκια πολιτικούς, χωρίς προηγουμένως να έχει εξετάσει και αξιολογήσει όλες τις πλευρές μιας «υπόθεσης».

Έρευνα για τα κτήρια της Επιτροπής

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της έρευνας κατά της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που ξεκίνησε τον περασμένο Φεβρουάριο. Πρόκειται για την υπόθεση της πώλησης 23 κτηρίων ιδιοκτησίας της Επιτροπής στο βελγικό κρατικό επενδυτικό ταμείο SFPIM, έναντι 900 εκατομμυρίων ευρώ το 2024.

Εκείνη την εποχή, η Επιτροπή είχε λάβει την απόφαση να μειώσει τον όγκο των κτηρίων της κατά 25% ως το 2030. Πραγματοποιήθηκε διεθνής διαγωνισμός τον οποίο κέρδισε το συγκεκριμένο Ταμείο.

Προς το παρόν η έρευνα συνεχίζεται, ενώ εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε πως η Κομισιόν συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τις αρμόδιες βελγικές αρχές, προσθέτοντας ότι «η πώληση των κτηρίων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις καθιερωμένες διαδικασίες και πρωτόκολλα και είμαστε βέβαιοι ότι η διαδικασία διεξήχθη σωστά».

Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αρνηθεί να δώσει στοιχεία, προκειμένου, όπως αναφέρθηκε, «να μην τεθεί σε κίνδυνο η ίδια η έρευνα».

Κάτι που δεν έκανε στην περίπτωση της Ελλάδας – μάλλον επειδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έστειλε κάποιο μήνυμα που η Ελλάδα (για άγνωστο λόγο) δεν έστειλε.

Η έρευνα για τα εμβόλια και η Ακροδεξιά

Σε μια άλλη περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά την υπόθεση των εμβολίων κατά του COVID, όπου η ίδια η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, κατηγορείται ότι επικοινωνούσε μέσω γραπτών μηνυμάτων με την Pfizer και τον CEO της, Αλμπέρτ Μπουρλά, και τα οποία δεν έχει πλέον στη διάθεσή της.

Η υπόθεση έφθασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο, που έκρινε ότι η Επιτροπή έπρεπε να έχει στη διάθεσή της τα μηνύματα, ακόμη και αν η πρόεδρος είχε αλλάξει συσκευή. Από την πλευρά των Βρυξελλών υποστηρίχθηκε πως τα μηνύματα δεν είχαν αρχειοθετηθεί, με το δικαστήριο να επικαλείται τον Κανονισμό της Δημοσιότητας, σύμφωνα με τον οποίο όλα τα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της ΕΕ θα πρέπει να είναι προσβάσιμα στο κοινό.

Όλα ξεκίνησαν ύστερα από δημοσίευμα των «New York Times». Η εφημερίδα, κατά την έρευνά της, ζήτησε πρόσβαση σε όλα τα γραπτά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν ανάμεσα στην κ. Φον ντερ Λάιεν και τον κ. Μπουρλά, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2021 και 11ης Μαΐου 2022. Με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να απαντά ότι δεν διέθετε τέτοια έγγραφα ή ότι τα γραπτά μηνύματα «δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν».

Παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο έκρινε πως έπρεπε τα μηνύματα να έχουν αρχειοθετηθεί, και αυτή η υπόθεση θεωρήθηκε «πολιτική», καθώς μεταξύ αυτών που πανηγύρισαν ήταν η ακροδεξιά πτέρυγα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, γνωστή για τις αντιεμβολιαστικές απόψεις της.

Ψάχνουν μηνύματα που δεν καταχωρίζονται

Στο μεταξύ, πιθανότατα τα μηνύματα αυτά να μην ήταν σημαντικά, καθώς, όπως έγινε γνωστό, ανταλλάχθηκαν προκειμένου να κανονιστούν τηλεφωνικές επικοινωνίες και το περιεχόμενό τους δεν περιελάμβανε διαπραγματεύσεις για την αγορά των εμβολίων.
Επιπλέον, σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς, σύντομα μηνύματα χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον και σημαντικές πληροφορίες δεν καταχωρίζονται.

Καθώς γινόταν πολύ κακό για το τίποτε, η κ. Φον ντερ Λάιεν έδωσε στο κινητό της στον επικεφαλής του γραφείου της για να ελέγξει τα μηνύματα, οπότε προέκυψε ότι με τα μηνύματα κανόνιζαν με τον κ. Μπουρλά τι ώρα θα τηλεφωνηθούν.

Και βέβαια, πολιτικά η υπόθεση εντάχθηκε στην εκστρατεία κατά της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος.

Η πρόταση μομφής και η έρευνα κατά του Βέμπερ

Κάθε άλλο παρά τυχαία υποβλήθηκε εναντίον της πρόταση μομφής από την ακροδεξιά πτέρυγα, η οποία απορρίφθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 10 Ιουλίου 2025. Στην ψηφοφορία που πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο, 360 ευρωβουλευτές ψήφισαν κατά της πρότασης δυσπιστίας, 175 υπέρ και 18 απείχαν.

Στην προσπάθεια πολιτικής εργαλειοποίησης υποθέσεων εντάσσεται και η έρευνα κατά του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ.

Στις 13 Νοεμβρίου 2025, η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφάσισε να κλείσει την υπόθεση, δηλώνοντας πως δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την τέλεση ποινικών αδικημάτων σε σχέση με πιθανή κατάχρηση κονδυλίων της ΕΕ από τη μεγαλύτερη ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον επικεφαλής της.

Ο Βέμπερ και οι συνεργάτες του είχαν επίσης για μεγάλο διάστημα κρεμαστεί στα μανταλάκια για πιθανή υπεξαίρεση κονδυλίων της ΕΕ σε σχέση με την προεκλογική εκστρατεία του Βέμπερ στις ευρωεκλογές του 2019.

Η «αθώωση» του Βέμπερ ήλθε με μια λακωνική ανακοίνωση, όπου δεν αναφερόταν καν το όνομά του:

«Μετά από ενδελεχή έρευνα – η οποία περιελάμβανε συνεντεύξεις μαρτύρων, εκτεταμένες αξιολογήσεις δεδομένων και αναλύσεις τραπεζικών λογαριασμών – η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να υποθέσουμε ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα».

Έπειτα απ’ όλα αυτά, δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η Λάουρα Κοβέσι έστειλε επιστολή κατά της Ελλάδας, ενώ λίγο πριν, δημόσια και από το Forum των Δελφών, είχε δηλώσει πως όχι μόνο είχε ενημερωθεί από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και είχε επικροτήσει την ταχεία διεκπεραίωση υποθέσεων που αφορούν πολιτικούς.

Δυστυχώς, επιβεβαιώνονται όσοι είχαν προβλέψει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάνει ό,τι μπορεί για να αυτοακυρώνεται…