Η Αττικοβοιωτία καίγεται για ακόμη μία φορά.

Δάση χάνονται, περιουσίες καταστρέφονται και δεκάδες άνθρωποι δίνουν μάχη για να προστατεύσουν ζωές και σπίτια. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η σύγκρουση δύο πυροσβεστικών ελικοπτέρων στην Ψάθα και ο θάνατος δύο ανθρώπων εν ώρα καθήκοντος βύθισαν τη χώρα στο πένθος. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχαν κόμματα. Υπήρχαν μόνο δύο άνθρωποι που δεν επέστρεψαν ποτέ στις οικογένειές τους.

Θα περίμενε κανείς ότι μπροστά σε μια τέτοια τραγωδία θα επικρατούσαν σιωπή και σεβασμός. Αντί γι’ αυτό, άρχισε η γνωστή παρέλαση τοξικότητας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα μεγάλα ενημερωτικά sites γέμισαν από αναρτήσεις και σχόλια που προκαλούν αποστροφή. «Καλά να πάθει το Πόρτο Γερμενό αφού έδωσε 43% στον Μητσοτάκη», έγραφαν ορισμένοι χωρίς ίχνος ντροπής. Την ίδια ώρα που οι διασώστες αναζητούσαν τους νεκρούς, άλλοι είχαν ήδη στήσει ένα πρόχειρο κομματικό δικαστήριο και ζητούσαν την πτώση της κυβέρνησης.

Αυτό δεν είναι πολιτική αντιπαράθεση. Είναι η πιο κυνική εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου. Όταν ο θάνατος μετατρέπεται σε εργαλείο μικροπολιτικής, η ανθρώπινη ζωή χάνει την αξία της μπροστά στην κομματική σκοπιμότητα. Δεν υπάρχουν επιχειρήματα που να δικαιολογούν μια τέτοια στάση. Υπάρχει μόνο η απόλυτη απανθρωπιά.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε μεγάλη κρίση. Πριν ακόμη περιοριστεί η φωτιά, πριν ολοκληρωθεί η επιχείρηση διάσωσης, πριν ενημερωθούν οι οικογένειες των θυμάτων, ξεκινά η ίδια οργανωμένη επίθεση. Κατηγορίες, ύβρεις και έτοιμες ετυμηγορίες. Σαν να περιμένουν κάποιοι την επόμενη τραγωδία για να τη μετατρέψουν σε κομματικό όπλο.

Το χειρότερο είναι ότι αρνούνται να δουν ακόμη και την πραγματικότητα. Οι μεγάλες πυρκαγιές δεν αποτελούν ελληνική εξαίρεση. Από τον Καναδά μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες και από τη Γαλλία μέχρι την Ισπανία, ολόκληρες περιοχές δοκιμάζονται από ακραία φαινόμενα. Παρ’ όλα αυτά, στην Ελλάδα κάθε προσπάθεια ενίσχυσης της πολιτικής προστασίας αντιμετωπίζεται σαν να μην υπάρχει. Το πρόγραμμα «Αιγίς», ο εκσυγχρονισμός του στόλου και οι επενδύσεις σε νέο εξοπλισμό διαγράφονται από τη συζήτηση. Όχι επειδή δεν υπάρχουν, αλλά επειδή δεν εξυπηρετούν την αφήγηση όσων έχουν αποφασίσει από την πρώτη στιγμή ποιος θα είναι ο ένοχος.

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι το κράτος είναι αλάνθαστο. Σε μια δημοκρατία οι ευθύνες αναζητούνται και η κριτική είναι αναγκαία. Άλλο όμως η κριτική και άλλο η πολιτική τυμβωρυχία. Άλλο η απαίτηση για λογοδοσία και άλλο η εκμετάλλευση του θανάτου την ώρα που η χώρα θρηνεί τους ανθρώπους της.

Οι φωτιές θα σβήσουν. Τα καμένα δάση θα χρειαστούν χρόνια για να ξαναγεννηθούν. Η τοξικότητα όμως που δηλητηριάζει τον δημόσιο διάλογο αφήνει πληγές πολύ βαθύτερες. Όταν μια κοινωνία χάνει τον σεβασμό της απέναντι στους νεκρούς, όταν ο κομματικός φανατισμός γίνεται ισχυρότερος από την ανθρωπιά, τότε η μεγαλύτερη καταστροφή δεν είναι εκείνη που αφήνουν πίσω τους οι φλόγες. Είναι εκείνη που αφήνουμε εμείς μέσα στην ίδια την κοινωνία.