Ο πολιτικός λόγος στην Ελλάδα δεν στοχεύει να πείσει, αλλά να πληγώσει. Δεν χτίζει επιχείρημα, χτίζει εχθρό.

Υπάρχει ένα είδος πολιτικού λόγου στην Ελλάδα που δεν στοχεύει να πείσει, αλλά να πληγώσει. Που δεν χτίζει επιχείρημα, χτίζει εχθρό. Υπόσχεται μαγικές λύσεις, κάτι σαν την κβαντική ιατρική και τη σαμανική.

Μέρες που είναι, ο «Κόκκινος Γάτος» θα αποφύγει τους χαρακτηρισμούς. Αξίζει, όμως, να επισημανθεί ότι δεν είναι προνόμιο μιας παράταξης. Διατρέχει όλο το πολιτικό φάσμα: από την Άρα Αριστερά ως την άκρα Δεξιά, με κοινό παρονομαστή την ένταση ως αυτοσκοπό.

Για τον πρόεδρο Αλέξη και τον θυμωμένο Νίκο έχουμε γράψει πολλές φορές, αλλά ούτε και από τις άλλες… προτάσεις και τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές στον χώρο της ελάσσονος αντιπολίτευσης φαίνεται να υπάρχει φως.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει μετατρέψει την αγανάκτηση σε εγχειρίδιο και καθημερινή πρακτική. Κάθε αντίπαλος είναι «προδότης», κάθε συμφωνία «υποδούλωση», κάθε κριτική στο πρόσωπό της απόδειξη ότι έχει δίκιο.

Το κόμμα της αδειάζει από ανθρώπους που την κατήγγειλαν φεύγοντας, όμως η ίδια ερμηνεύει κάθε αποχώρηση ως επιβεβαίωση συνωμοσίας εναντίον της, ποτέ ως σύμπτωμα του δικού της τρόπου να κάνει πολιτική. Η αυτοκριτική και η αξιολόγηση είναι άγνωστες λέξεις. Διεκδικεί, όμως, για τον εαυτό της τον ρόλο του απόλυτου κριτή και της αυθεντίας.

Η ασάφεια ως εργαλείο

Ο Κυριάκος Βελόπουλος έχει χτίσει καριέρα πάνω στη διαμαρτυρία και σε θεωρίες συνωμοσίας. Ως άνθρωπος της επικοινωνίας και της αγοράς, γνωρίζει ακριβώς πότε να ρίξει μια ατάκα για τη μετανάστευση ή την Τουρκία, ώστε να κυριαρχήσει η σχετική συζήτηση, αδιαφορώντας αν είναι τεκμηριωμένη.

Η ασάφεια είναι το εργαλείο, όχι το ελάττωμα. Τον ίδιο δεν τον ενοχλεί, βέβαια, καθόλου, καθώς από μία εκπομπή βρέθηκε στη Βουλή. Η Μαρία Καρυστιανού μετέφερε την οργή για ένα τραγικό δυστύχημα στη δημόσια ζωή, αλλά η μετάβαση από θύμα-σύμβολο σε πολιτικό πρόσωπο έφερε μαζί της μια ρητορική όπου κάθε αμφισβήτηση αντιμετωπίζεται σαν προσβολή στη μνήμη των θυμάτων. Πίστευε πως η νόμιμη διεκδίκηση δικαιοσύνης θα λειτουργήσει ως ασπίδα, ως απαγόρευση για κάθε ουσιαστική αντιπαράθεση μαζί της. Αλλά έπεσε έξω και το κόμμα της ήδη διαλύεται.

Ο Στέφανος Κασσελάκης εξέφρασε τοξικότητα διαφορετικού τύπου: όχι φωνών και διαμαρτυρίας, αλλά lifestyle. Η ηγεσία του στον ΣΥΡΙΖΑ κρίθηκε λιγότερο από πρόγραμμα και περισσότερο από αφήγημα προσωπικής επιτυχίας, ενώ η αποχώρησή του συνοδεύτηκε από αμοιβαίες κατηγορίες που άφησαν πίσω τους ένα κόμμα σε ερείπια. Το μήνυμα ήταν σταθερά «εγώ», ακόμη κι όταν μιλούσε για «εμείς». Και αυτή την τακτική συνεχίζει και στους Δημοκράτες.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης εκπέμπει την αλαζονεία του ανθρώπου που θεωρεί κάθε διαφωνία με τις θέσεις του ως απόδειξη ανικανότητας του συνομιλητή του. Η ευφράδειά του λειτουργεί σαν οδοστρωτήρας: δεν αφήνει χώρο για το ενδεχόμενο να έχει κι ο άλλος δίκιο, ενώ οι μεταστροφές θέσεων παρουσιάζονται πάντα ως προϊόν ανώτερης ανάλυσης, ποτέ ως ασυνέπεια.

Σε αυτό το πλαίσιο διεκδικεί θέση και η Αφροδίτη Λατινοπούλου, προσπαθώντας να περιβάλλει ακραίες θέσεις με τον μανδύα της λογικής. Δηλώσεις που θα προκαλούσαν κατακραυγή αν λέγονταν από άλλο πρόσωπο περνούν ως «τολμηρή ειλικρίνεια» όταν ντύνονται με χιούμορ ή επιτηδευμένη επικοινωνιακή μεθόδευση. Η στρατηγική δεν είναι να πείσει τους αμφισβητούντες, αλλά να μετατοπίσει το όριο του αποδεκτού με ένα προκλητικό tweet τη φορά.

Το κοινό νήμα σε όλους δεν είναι η πολιτική τους θέση, είναι η μέθοδος: η αντιπαράθεση ως ταυτότητα, ο αντίπαλος ως εχθρός, η ένταση ως απόδειξη αυθεντικότητας.

Οσο αυτό επιβραβεύεται με προβολή, τόσο θα αναπαράγεται. Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι γιατί υπάρχουν αυτές οι φωνές, καθώς υπάρχουν σε κάθε δημοκρατία. Το ερώτημα είναι γιατί η ελληνική δημόσια σφαίρα τις ανταμείβει τόσο γενναιόδωρα.

Τα κανάλια τις καλούν επειδή «κάνουν νούμερα», τα social media τις προωθούν επειδή «δημιουργούν engagement» και οι ίδιες μαθαίνουν γρήγορα το μάθημα: η ισορροπία δεν πουλάει, η ένταση πουλάει.

Ετσι κλείνει ένας κύκλος όπου η τοξικότητα δεν είναι παρέκκλιση από το σύστημα. Είναι προϊόν του, το οποίο παράγεται, καταναλώνεται και ανταμείβεται με τους ίδιους ακριβώς μηχανισμούς που υποτίθεται πως πρέπει να την απομονώνουν.

Άλλο ίνδαλμα

Τις φορτισμένες μέρες που διανύουμε, ο «Κόκκινος Γάτος» αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει τα βασικά, ώστε να τα διαβάσουν ειδικά οι νεότεροι συνάδελφοι.

Το ίνδαλμα δεν χρειάζεται επιχειρήματα, χρειάζεται μόνο θαυμασμό. Είναι η μορφή που κοιτάς από απόσταση, που σε συγκινεί χωρίς να σε δεσμεύει σε καμία συγκεκριμένη πράξη μίμησης. Μπορείς να έχεις ίνδαλμα κάποιον που ποτέ δεν θα ζούσες όπως αυτός: έναν τραγουδιστή, έναν αθλητή, μια ιστορική φιγούρα τυλιγμένη σε θρύλο.

Το ίνδαλμα λειτουργεί σχεδόν σαν εικόνα λατρείας: τον υψώνεις, τον φωτίζεις και σου αρκεί που υπάρχει. Στη ζωή, δυστυχώς, πολλοί μπερδεύουν το ίνδαλμα με το πρότυπο, καθώς θαυμάζουν τη φιγούρα τόσο πολύ, ώστε ξεχνούν να την αξιολογήσουν.

Άλλο πρότυπο

Το πρότυπο, αντίθετα, είναι απαίτηση, όχι θέαμα. Λέει «να γίνεις έτσι», όχι απλώς «θαύμασέ με». Ένα πρότυπο κρίνεται από το αν η συμπεριφορά του αντέχει να αναπαραχθεί, αν η μέθοδος -όχι μόνο η εικόνα- είναι κάτι που θέλεις πράγματι να μεταφέρεις παρακάτω. Γι’ αυτό και τα πρότυπα σπανίζουν περισσότερο από τα ινδάλματα: το να θαυμάζεις είναι εύκολο, το να ακολουθήσεις κάτι με συνέπεια είναι δύσκολο. 

Στη δημόσια ζωή, όποιος συγχέει τα δύο καταλήγει να μιμείται ύφος αντί για ουσία, και αυτό στις μέρες μας εξηγεί αρκετά.

Σε κάθε περίπτωση, η διάκριση των εννοιών και η ισορροπία απαιτούνται στον δημόσιο διάλογο, πόσο μάλλον όταν είναι μονόλογος από τα μέσα ενημέρωσης.

Και ο νοών νοείτω.

Ο πρώτος διδάξας

Πολύ πριν γίνει της μόδας η προσωπική επίθεση ως επικοινωνιακή στρατηγική, ο Παύλος Πολάκης την είχε ήδη κάνει σήμα κατατεθέν. Ο αντίπαλος δεν αντικρούεται, ενοχοποιείται. Η κριτική δεν απαντάται, γίνεται θεωρία συνωμοσίας.

Το ταλέντο του δεν είναι η επιχειρηματολογία, είναι ο στιγματισμός με μια λέξη, μια εικόνα, ένα meme.

Οι υπόλοιποι απλώς τον διαδέχτηκαν, ο καθένας με τη δική του παραλλαγή, αλλά η βασική συνταγή -ένταση αντί επιχειρήματος, θέαμα αντί ουσίας- διδάχτηκε από τον αψύ Κρητικό.

Μπροστά του όλοι οι άλλοι είναι υποσημειώσεις.