Η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα ως νεόκοπος σχηματισμός αλλά και το ΠΑΣΟΚ του Ν. Ανδρουλάκη ως μεταλλαγμένος έχουν μια μεγάλη ομοιότητα με εκείνα τα δημοσιογραφικά site που πιστεύουν ότι θα κάνουν ρεκόρ επισκεψιμότητας και θα σπάσουν γενικώς τα διαδικτυακά ταμεία της ενημέρωσης μόνο και μόνο επειδή έκαναν redesign ή άλλαξαν την εμφάνισή τους στο public domain.

Η αυταπάτη ενισχύεται και από το παιχνίδι της αυτοαναφορικής και ευκαιριακής γυροβολιάς διαφόρων που λέγεται «από κόμμα σε κόμμα» υπό τον ευφημισμό «μεταγραφές».

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι μεταπηδήσεις είναι τόσο εξόφθαλμες αποδείξεις ότι το μόνο που ενδιαφέρει τους… μεταπηδήσαντες είναι να βρουν τρόπο, οποιονδήποτε τρόπο, να εξασφαλίσουν την κοινοβουλευτική επαγγελματική καριέρα τους. Ανθρώπινο είναι, αλλά δεν μιλάμε για τον ιδιωτικό τομέα. Από την άλλη, είναι τέτοια η κοινωνική αποδοχή του φαινομένου να αλλάζει κανείς πολιτικό κόμμα σαν να αλλάζει δουλειά επειδή δέχθηκε μια καλύτερη πρόταση, που θεωρείται απολύτως φυσιολογικό να ξεκινά κανείς από την Πλεύση Ελευθερίας της Ζ. Κωνσταντοπούλου, να πηγαίνει στο κόμμα Κασσελάκη, να ανεξαρτητοποιείται και (για την ώρα) να βρίσκεται στο ΠΑΣΟΚ.

Η περίπτωση του Μιχ. Χουρδάκη είναι και η λιγότερο προκλητική σε σχέση με ορισμένες άλλες, π.χ. της Θ. Τζάκρη. Θεωρείται δεδομένο ότι η ελληνική περίπτωση των μετακινήσεων στο φάσμα της αντιπολίτευσης τον τελευταίο καιρό θα μπορούσε να ήταν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο με σημαντικές υποσημειώσεις στο «Πολιτική ως επάγγελμα», την περίφημη διάλεξη του Max Weber στο πανεπιστήμιο του Μονάχου το 1918.

Ξαναγυρίζοντας, όμως, στα βασικά της διαδικτυακής ενημέρωσης να πούμε ότι σε αυτό το τόσο δυναμικό πεδίο έχουν αλλάξει σχεδόν τα πάντα με ρυθμό καταιγιστικό, εκτός από μία προπατορική αρχή, συμβουλή θα την έλεγε κανείς. Σε μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού, στις σχολές δημοσιογραφίας και κυρίως στις αίθουσες όπου διδάσκονται η θεωρία και οι τεχνικές της ψηφιακής ενημέρωσης, το έχουν κορνιζαρισμένο στους τοίχους: «Content is the King» – το περιεχόμενο είναι ο βασιλιάς.

Αν δεν έχεις ουσιαστικό περιεχόμενο, το οποίο παράγεται από ανθρώπους, ειδικούς, με γνώση, ταλέντο, όρεξη, εμπειρία, όποια νέα φορεσιά και αν βάλεις δεν θα υπηρετήσεις τον βασικό σου στόχο που είναι να πείσεις τον χρήστη (δηλαδή τον πολίτη ψηφοφόρο) να εγκαταλείψει το site που έχει επιλέξει μέχρι στιγμής να ενημερώνεται και να έρθει στο δικό σου. Με τους ίδιους ανθρώπους και το ίδιο αποτέλεσμα των δυνατοτήτων τους, δοκιμασμένο και πεπερασμένο, το σχεδόν βέβαιο που θα συμβεί είναι να κάνεις μια μεγάλη υδάτινη οπή. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κόμματα που διεκδικούν κάτι περισσότερο από την εκτύπωση του λογοτύπου τους στα ψηφοδέλτια και τη φιλοξενία τους στις δημοσκοπήσεις.

Και για του λόγου το αληθές, ακόμα μία σύγκριση με το ψηφιακό περιβάλλον. Πάρτε παράδειγμα, την προκαταβολική –μάλλον, πρωτόγονη– αγαλλίαση που είχε ποτίσει όλους όσοι είχαμε εμπλακεί στην ψηφιακή ανάπτυξη τις δύο τελευταίες δεκαετίες η λεγόμενη «δημοσιογραφία των πολιτών» μέσω των social media. Την αντιμετωπίζαμε, χωρίς να ξέρουμε οι φτωχοί, σαν το άστρο της δημοσιογραφικής Βηθλεέμ. Και εξελίχθηκε σε έναν ατέλειωτο μηχανισμό παραγωγής μίσους και τοξικότητας, σαν να άνοιξε κάποιος ένα τεράστιο καπάκι κεντρικής αποχέτευσης.

Με λίγα λόγια, οτιδήποτε αυτοσυστήνεται ως καινούργιο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι πράγματι είναι. Διότι υπάρχει και η εξής πιθανότητα: να είναι νέος άνθρωπος, άντε το πολύ ώριμος πενηντάρης, να αυτοπροβάλλεται ως λύση προοπτικής και μέλλοντος και το DNA της πολιτικής σκέψης του να μην μπορεί να αποβάλλει τα ερμηνευτικά εργαλεία ούτε του Εμφυλίου της δεκαετίας του ’40, ούτε ακόμα και εκείνα του Εθνικού Διχασμού του 1915…