Στον πολιτικό αστερισμό της Κουμουνδούρου, η παλαιά λαϊκή σοφία που θέλει το «κακό χωριό» να ξεχωρίζει από τα λίγα, αλλά γεμάτα φαγωμάρα σπίτια, φαίνεται πως βρίσκει την πλέον απόλυτη εφαρμογή της.

Ο πολύπαθος ΣΥΡΙΖΑ, που ξεκίνησε την κοινοβουλευτική θητεία του μετά τις εκλογές διαθέτοντας 47 βουλευτές, έχει απομείνει πλέον με μόλις 10, βλέποντας την κοινοβουλευτική δύναμή του να έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα συρρίκνωσης για πρώην κόμμα εξουσίας.

Μέσα σε αυτό το τοπίο πολιτικής ξηρασίας, το κόμμα επιχειρεί να λειτουργήσει υπό ένα καθεστώς άτυπης συλλογικότητας, όπου την ουσιαστική μπαγκέτα κρατούν η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Ρένα Δούρου και ο γραμματέας Νίκος Παππάς.

Ο τρίτος πόλος αυτού του ιδιότυπου τριγώνου, ο Παύλος Πολάκης, αρνείται στην πράξη να ενταχθεί σε αυτό το σχήμα.

Κινούμενος εμφανώς αυτόνομα και αδυνατώντας να βρει κοινά πατήματα με τα άλλα δύο ηγετικά στελέχη, ο βουλευτής Χανίων δείχνει να έχει επιλέξει τον δρόμο της συνειδητής αποστασιοποίησης.

Αν και ο ίδιος θα επιθυμούσε την άμεση προσφυγή στη βάση για την εκλογή νέου αρχηγού το γρηγορότερο δυνατόν, ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα πριν από τις εθνικές εκλογές.

Η ηχηρή απουσία του από την πρόσφατη παρουσία του κόμματος στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτέλεσε την πλέον αδιάψευστη απόδειξη αυτής της εσωτερικής ρήξης, αφήνοντας το βάρος της εκπροσώπησης αποκλειστικά στο δίδυμο Δούρου-Παππά.

Την ίδια ώρα που οι εσωτερικές ισορροπίες κρέμονται από μια κλωστή, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να ανοίξει παράθυρα διαλόγου προς τα έξω.

Η τοποθέτηση του στελέχους του ΠΑΣΟΚ, Βάσιας Αναστασίου, η οποία άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πιθανών συγκλίσεων ανάμεσα στους δύο πολιτικούς χώρους, αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερη θέρμη από την Κουμουνδούρου.

Ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, έσπευσε να χαρακτηρίσει σημαντικό το μήνυμα της Χαριλάου Τρικούπη, εκπέμποντας μια θετική στάση απέναντι στο ενδεχόμενο ενός προγραμματικού διαλόγου.

Ωστόσο, η παρέμβαση Παναγιωτόπουλου δεν περιορίστηκε στα του ΠΑΣΟΚ, καθώς φρόντισε να αφήσει αιχμηρές βολές κατά του Αλέξη Τσίπρα, διαχωρίζοντας τη θέση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ από τον πρώην πρωθυπουργό.

Αναφερόμενος στους «αγωνιστές» που, όπως είπε, παραμένουν στον ΣΥΡΙΖΑ και δεν μετακόμισαν στα γραφεία της λεωφόρου Αμαλίας, ο εκπρόσωπος Τύπου σημείωσε πως βρίσκεται «στη σφαίρα του αστείου το ότι έκλεισε ο ιστορικός κύκλος του ΣΥΡΙΖΑ».

Στο ίδιο επικριτικό ύφος προς τον πρώην πρόεδρο, ο κ. Παναγιωτόπουλος τόνισε ότι «ο κύριος Τσίπρας θα κριθεί από την κοινωνία», θέτοντας το αμείλικτο ερώτημα για το πολιτικό του εκτόπισμα: «Το βράδυ των εκλογών δεν θα καθίσει ο κ. Τσίπρας με όλους μας, για να γίνει κυβέρνηση; Βλέπετε στις δημοσκοπήσεις να έχει κανένα 29%;».

Περίπου στο ίδιο μήκος κύματος για το κόμμα κινήθηκε και η Ρένα Δούρου. Σε δηλώσεις της η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας υποστήριξε ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ μέσω της ΔΕΘ έστειλε ένα καθαρό μήνυμα ότι δεν έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο, ότι είναι παρών».

Η Ρένα Δούρου επιχειρεί με κάθε ευκαιρία να εκπέμψει… αισιοδοξία που για πολλούς αναλυτές αγγίζει τα όρια της παραμόρφωσης.

Περιγράφοντας μια Κοινοβουλευτική Ομάδα μόλις δέκα βουλευτών ως «συμπαγή», η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ διατείνεται πως οι αλλεπάλληλες δοκιμασίες και οι εσωκομματικές κρίσεις δεν κατάφεραν να τη διαλύσουν, αλλά αντίθετα την «ενδυνάμωσαν».

Ωστόσο, πίσω από τα ηχηρά συνθήματα περί «σύγχρονης Ανανεωτικής, Ριζοσπαστικής Αριστεράς» και τις συνεχείς επικλήσεις στην «κυβερνητική εμπειρία», η πραγματικότητα αποκαλύπτει έναν κομματικό μηχανισμό σε προχωρημένη αποσύνθεση.

Η ηγετική ομάδα φαίνεται εγκλωβισμένη σε ένα παράλληλο σύμπαν, αγνοώντας πως η ίδια η κοινωνία έχει προπορευθεί, αφήνοντας πίσω της τις ξεπερασμένες αγκυλώσεις, τα ιδεολογικά στεγανά και τις άγονες εσωτερικές ίντριγκες της Κουμουνδούρου.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, οι κινήσεις παρασκηνίου για τη διάσωση του κομματικού μηχανισμού δίνουν και παίρνουν.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι ηγετικά στελέχη έχουν ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με ανεξάρτητους βουλευτές, όπως η Κυριακή Μάλαμα, η οποία είχε αποχωρήσει κατά την ταραγμένη περίοδο της προεδρίας του Στέφανου Κασσελάκη.

Το κοινό πολιτικό παρελθόν και οι τακτικές συμμαχίες τού χθες επιστρατεύονται εκ νέου ως γέφυρες επιστροφής.

Παρ’ όλα αυτά, το εγχείρημα προσκρούει σε ένα αμείλικτο ερώτημα που πηγάζει από τη ζοφερή πραγματικότητα που λέει για ποιον λόγο ένας ανεξάρτητος βουλευτής να επιβιβαστεί ξανά σε ένα πολιτικό όχημα που διολισθαίνει σταθερά δημοσκοπικά και δείχνει να έχει χάσει οριστικά την κοινωνική δυναμική του;

Την ίδια στιγμή, άλλες εσωτερικές πληγές του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν κλείνουν, αλλά κακοφορμίζουν.

Η πρόσφατη διαγραφή της Νίνας Κασιμάτη, η οποία προήλθε μετά την άρνησή της να αναλάβει κοινοβουλευτικό τομέα ευθύνης, αλλά και η στάση Πολάκη, ο οποίος εκπροσωπεί ένα δυναμικό μειοψηφικό κομμάτι της Κουμουνδούρου, δείχνουν ότι οι διενέξεις στο πάλε ποτέ κυβερνητικό κόμμα είναι, διαχρονικά, μέρος του παιχνιδιού αλλά και της ίδιας της ύπαρξης του μικρού πια αριστερού κόμματος.

Σε κάθε περίπτωση, το διάστημα μέχρι τα Χριστούγεννα θα είναι ενδεικτικό του πώς θα πορευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ προς τις εθνικές εκλογές.