Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας καταγγέλλει πολιτική δίωξη, ενώ η Δικαιοσύνη και η Βουλή εξετάζουν συγκεκριμένες καταγγελίες και δικογραφίες.

Η πολιτική σκηνή έχει συνηθίσει τις θεατρικές εντάσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου, όμως η υπόθεση της άρσης της βουλευτικής της ασυλίας επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: πού τελειώνει η πολιτική αντιπαράθεση και πού αρχίζει η λογοδοσία απέναντι στους θεσμούς;

Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας επιλέγει για ακόμη μία φορά να παρουσιάσει τον εαυτό της ως θύμα ενός δήθεν οργανωμένου μηχανισμού δίωξης, μετατρέποντας μια θεσμική διαδικασία σε προσωπικό πολιτικό δράμα.

Ωστόσο, οι δικογραφίες που έχουν διαβιβαστεί στη Βουλή δεν αφορούν πολιτικές απόψεις ή κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις, αλλά συγκεκριμένες καταγγελίες και περιστατικά που καλείται να αξιολογήσει η Δικαιοσύνη.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αποκαλυπτική για έναν πολιτικό χώρο που επενδύει συστηματικά στη σύγκρουση με τους θεσμούς, αλλά εμφανίζεται απρόθυμος να υποστεί τον ίδιο έλεγχο που απαιτεί για όλους τους άλλους.

Αντί να απαντήσει επί της ουσίας των καταγγελιών, η κυρία Κωνσταντοπούλου επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το περιεχόμενο των δικογραφιών στο γνώριμο πεδίο της καταγγελίας περί «πολιτικής δίωξης», καλλιεργώντας ένα αφήγημα αυτοθυματοποίησης που πλέον μοιάζει με μόνιμη πολιτική τακτική.

«Κατασκευασμένες δικογραφίες» και «πολιτικές διώξεις»

Η εισήγηση της Επιτροπής Δεοντολογίας για άρση της ασυλίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου δεν συνιστά καταδίκη.

Συνιστά όμως το αυτονόητο σε μια δημοκρατία: ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω ελέγχου. Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η μεγάλη αντίφαση της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας.

Για χρόνια έχτισε την πολιτική της εικόνα πάνω στην καταγγελία των πάντων. Δικαστών, κυβερνήσεων, θεσμών, κομμάτων, δημοσίων λειτουργών.

Όταν όμως οι καταγγελίες αφορούν την ίδια, τότε το σκηνικό αλλάζει. Ξαφνικά εμφανίζονται «κατασκευασμένες δικογραφίες», «πολιτικές διώξεις», «νταηλίκια» και «κακοποιητικές συμπεριφορές».

Η συζήτηση μεταφέρεται από τα πραγματικά περιστατικά στη γνωστή ρητορική του προσωπικού διωγμού.

Το πρόβλημα για την κυρία Κωνσταντοπούλου είναι ότι οι υποθέσεις που εξετάζονται δεν προέκυψαν από κάποια πολιτική διαφωνία.

Αφορούν συγκεκριμένες καταγγελίες για περιστατικά σε δικαστικούς χώρους, για βιντεοσκοπήσεις χωρίς συναίνεση και για συμπεριφορές που κρίθηκε ότι πρέπει να ελεγχθούν από τις αρμόδιες αρχές.

Η απάντηση σε αυτά δεν μπορεί να είναι η μόνιμη επίκληση ενός αόριστου σχεδίου εξόντωσης.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου τρέφεται πολιτικά από τη σύγκρουση

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η προσπάθεια μετατροπής κάθε θεσμικής διαδικασίας σε ιδεολογική μάχη. Η Βουλή ακολουθεί τον προβλεπόμενο κανονισμό, η Επιτροπή εξετάζει τα αιτήματα της Δικαιοσύνης και η Ολομέλεια καλείται να αποφασίσει.

Πρόκειται για μια διαδικασία που έχει εφαρμοστεί δεκάδες φορές για βουλευτές όλων των κομμάτων. Στην περίπτωση της κυρίας Κωνσταντοπούλου, όμως, παρουσιάζεται περίπου ως επίθεση κατά της δημοκρατίας.

Η αλήθεια είναι πιο απλή. Η άρση ασυλίας δεν σημαίνει ενοχή. Σημαίνει ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξετάσει μια υπόθεση χωρίς πολιτικά προνόμια και εξαιρέσεις.

Όποιος ζητά διαρκώς λογοδοσία από τους άλλους οφείλει να αποδέχεται τον ίδιο κανόνα και για τον εαυτό του.

Τελικά, η υπόθεση αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου μοιάζει να τρέφεται πολιτικά από τη σύγκρουση και να επιβιώνει επικοινωνιακά μέσα από τη διαρκή αίσθηση πολιορκίας.

Όσο περισσότερο παρουσιάζεται ως διωκόμενη, τόσο περισσότερο επιχειρεί να συσπειρώσει το ακροατήριό της. Μόνο που η δημοκρατία δεν λειτουργεί με προσωπικά αφηγήματα ηρωοποίησης.

Λειτουργεί με κανόνες, θεσμούς και λογοδοσία. Και αυτούς τους κανόνες οφείλουν να σέβονται όλοι, ακόμη και όσοι έχουν μάθει να εμφανίζονται διαρκώς ως θύματα του συστήματος.