Η πολιτική αντιπαράθεση δεν είναι κάτι νέο στην Ελλάδα. Αυτό που παραμένει εντυπωσιακό είναι η επιλεκτική ευαισθησία. Αρκεί μια δήλωση υπουργού για να ξεσπάσει θύελλα περί «εμφυλιοπολεμικής ρητορικής».
Ο Θάνος Πλεύρης είπε ξεκάθαρα ότι δεν τιμά τους αγώνες της Αριστεράς. Πρόκειται για μια πολιτική θέση, αιχμηρή αλλά ειλικρινή. Δεν εξύμνησε βία, δεν κάλεσε σε διχασμό. Κι όμως, κατηγορήθηκε συλλήβδην για εμφυλιοπολεμική λογική.
Την ίδια στιγμή, στη Λαμία, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Ιθάκη», ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να επαναφέρει στο προσκήνιο τον Άρη Βελουχιώτη. Η αναφορά δεν έγινε τυχαία. Συνδέθηκε ευθέως με την ιστορική παρουσία του αρχηγού του ΕΛΑΣ στην πόλη, επιχειρώντας να προσδώσει συμβολικό βάρος στο πολιτικό του αφήγημα. Την ώρα που επιχειρεί ένα rebranding προς τον χώρο της κεντροαριστεράς, δεν δίστασε να επιστρέψει σε γνώριμα σχήματα, αναδεικνύοντας πρόσωπα που ταυτίστηκαν με τον πιο σκληρό διχασμό της χώρας. Από «κεντροαριστερός», επειδή δεν του βγαίνουν τα κουκιά, ξαναθυμήθηκε τον θιασώτη του ΕΑΜ, χωρίς καμία αναφορά στις σκοτεινές πλευρές εκείνης της περιόδου.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η στάση του ΚΚΕ. Στο Λιτόχωρο, με αφορμή τη συμπλήρωση 80 χρόνων από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, διοργανώθηκε μεγάλη εκδήλωση μνήμης από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος με σύνθημα «Θυσία και Τόλμη για τη νίκη! Κρατάμε τη σημαία ψηλά για τον σοσιαλισμό!». Στην εκδήλωση μίλησε ο Γενικός Γραμματέας της ΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, ενώ ακολούθησε και καλλιτεχνικό πρόγραμμα, παρουσία στελεχών, νεολαίας και παλαίμαχων αγωνιστών.
Η ίδια η εκδήλωση παρουσιάστηκε ως έναρξη του τιμητικού εορτασμού της «τρίχρονης εποποιίας» του ΔΣΕ και ως φόρος τιμής στο «νέο αντάρτικο» που, όπως αναφέρθηκε, γεννήθηκε στις πλαγιές του Ολύμπου. Δηλαδή, σε γεγονότα που συνδέονται άμεσα με την δολοφονική επίθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Λιτοχώρου τον Μάρτιο του 1946 – την πράξη που σηματοδότησε την έναρξη μιας εμφύλιας αιματηρής σύγκρουσης με βαρύ τίμημα για τη χώρα. Κι όμως, δεν υπάρχει ούτε μια λέξη αυτοκριτικής. Μόνο εξύμνηση.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντίφασης. Όταν η Δεξιά εκφράζει μια ιδεολογική διαφωνία με την Αριστερά, βαφτίζεται διχαστική. Όταν η Αριστερά τιμά γεγονότα και πρόσωπα που συνδέονται με την πιο σκληρή περίοδο εσωτερικής σύγκρουσης, θεωρείται ότι απλώς «κρατά ζωντανή την ιστορία».
Η Ελλάδα, όμως, δεν μπορεί να προχωρήσει με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ο Εμφύλιος δεν είναι πεδίο πολιτικής αξιοποίησης. Είναι μια τραγωδία που άφησε πίσω της βαθιά τραύματα. Και αυτά τα τραύματα δεν επουλώνονται με επιλεκτικές αφηγήσεις.
Η επίκληση του «ηθικού πλεονεκτήματος» ακούγεται ολοένα και πιο κενή όταν συνοδεύεται από τέτοιες αντιφάσεις. Δεν γίνεται να καταγγέλλεις τον άλλον για διχασμό και ταυτόχρονα να υμνείς στιγμές που δίχασαν. Δεν γίνεται να ζητάς σεβασμό και να μην δείχνεις τον ίδιο σεβασμό στην ιστορική πολυπλοκότητα.
Ογδόντα χρόνια μετά το αιματοκύλισμα και το παιδομάζωμα, το λιγότερο που θα περίμενε κανείς είναι μια στοιχειώδης συνέπεια. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε το γνώριμο σκηνικό: το δάχτυλο υψωμένο και η μνήμη επιλεκτική. Κι αυτό δεν είναι ιστορική ευαισθησία. Είναι πολιτική σκοπιμότητα.
