Στην αριστερή ρητορική, ο όρος «Δεξιά» συχνά συγχέεται σκόπιμα με την Ακροδεξιά ή τον φασισμό.
Οι σύντροφοι του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ, εσχάτως και το υπό Τσουκαλά εκπροσωπούμενο ΠΑΣΟΚ, προπηλακίζουν όσους αναιδώς αμφισβητούν την «ιερότητα» των αγώνων της… Δημοκρατικής Παράταξης, όπως αυτή ορίζεται μονοδιάστατα από την Αριστερά.
Το ζήτημα που έθεσε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, από το Κιλκίς, αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα και τον τρόπο με τον οποίο η συλλογική μνήμη επηρεάζει τον δημόσιο διάλογο.
Μετά το 1974, η Αριστερά απέκτησε μια ισχυρή «ηθική υπεροχή» επειδή ταυτίστηκε με την αντίσταση κατά της δικτατορίας και τους αγώνες για κοινωνικές ελευθερίες. Αντίθετα, η Δεξιά κουβαλούσε το βάρος της σύνδεσης με το αυταρχικό κράτος του παρελθόντος, αν και η φιλελεύθερη παράδοση που εξέφραζε η Ένωση Κέντρου ήταν αντικομουνιστική. Εν τούτοις, η αντίθεση με την εξιδανίκευση των αγώνων της Αριστεράς θεωρείται μεγίστη αμαρτία.
Στην αριστερή ρητορική, ο όρος «Δεξιά» συχνά συγχέεται σκόπιμα με την Ακροδεξιά ή τον φασισμό. Επειδή ο φασισμός είναι ο ορισμός του αντιδημοκρατικού, η ταύτιση αυτή επιτρέπει σε έναν αριστερό να επιτίθεται στον πολιτικό του αντίπαλο παρουσιάζοντάς τον ως απειλή για το πολίτευμα, χωρίς ο ίδιος να νιώθει ότι παραβιάζει τους κανόνες του διαλόγου.
Σ’ αυτό το σημείο, απευθυνόμενος στον εκπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ οφείλω να τον ενημερώσω ότι στην πολιτική επικοινωνία υπάρχει συχνά μια ασυμμετρία. Η κριτική προς την Αριστερά «βαφτίζεται» συχνά ρεβιζιονισμός (αναθεώρηση της ιστορίας), ενώ η κριτική προς τη Δεξιά θεωρείται δημοκρατική εγρήγορση. Και επειδή το κάνει συχνά στις δημόσιες τοποθετήσεις του θα πρέπει να το κοιτάξει.
Στην πραγματικότητα, η άρνηση της προσφοράς οποιασδήποτε πλευράς ή ο οριζόντιος δαιμονοποίηση των αντιπάλων είναι εξίσου προβληματικές πρακτικές για μια υγιή δημοκρατία. Αλλά αυτό αποτελεί συνήθη πρακτική της Αριστεράς και ως εκ τούτου αυτή είναι που την καθορίζει πολιτικά.
Αλλά, με αφορμή την επίθεση που δέχθηκε ο Θάνος Πλεύρης, τίθεται το ερώτημα: Απαγορεύεται ένας δεξιός πολιτικός, που ανήκει στις τάξεις μιας φιλελεύθερης κεντροδεξιάς παράταξης, να έχει άποψη για τους αγώνες της Αριστεράς; Θα πρέπει να τιμωρηθεί γιατί ευθέως λέει αυτό που πιστεύει, αλλά και πιστεύουν οι περισσότεροι όμως υπό τον φόβο του στιγματισμού ως «ακροδεξιοί» σιωπούν;
Προφανώς επειδή η μεταπολίτευση οικοδομήθηκε πάνω στην αναγνώριση των αγώνων της Αριστεράς (ως αποκατάσταση των αδικιών του παρελθόντος), οποιαδήποτε κριτική ερμηνεύεται ως προσπάθεια επιστροφής στις εποχές του διχασμού. Η Αριστερά κατάφερε να ταυτίσει την έννοια του «αγώνα» αποκλειστικά με τη δική της δράση. Έτσι, όταν ένας φιλελεύθερος προτάσσει την αστική δημοκρατία, τους θεσμούς ή την ατομική ευθύνη ως εξίσου σημαντικούς πυλώνες ελευθερίας, η ρητορική αυτή παρουσιάζεται ως «ακροδεξιά».
Στον δημόσιο λόγο, όπως φάνηκε στην περίπτωση των εν χορώ αντιδράσεων από το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ και το μεταλλαγμένο ΠΑΣΟΚ, η Αριστερά διαθέτει συχνά πιο έντονα ανακλαστικά στην ηθική καταδίκη του αντιπάλου. Ένας κεντροδεξιός που αμφισβητεί το «αριστερό πρόσημο» της δημοκρατίας ρισκάρει να χαρακτηριστεί «ακροδεξιός» ή «αντιδραστικός», εργαλεία που χρησιμοποιούνται για να τον θέσουν εκτός του «δημοκρατικού τόξου».
Στην ουσία, η δυσκολία έγκειται στο ότι η Δεξιά για δεκαετίες επέλεξε την ιδεολογική υποχώρηση σε θέματα ιστορίας και πολιτισμού, αφήνοντας την Αριστερά να θέτει τους όρους του παιχνιδιού. Σήμερα, η προσπάθεια ενός φιλελεύθερου να διεκδικήσει μερίδιο στη «δημοκρατική ευαισθησία» εκλαμβάνεται από την άλλη πλευρά ως απειλή για την ταυτότητά της. Έτσι έχουν τα πράγματα και εναπόκειται στη Νέα Δημοκρατία να τα αλλάξει.