Με επιστολή της στον Νίκο Ανδρουλάκη η ΠΑΣΚΕ κάνει λόγο για «δολοφονία χαρακτήρα» του προέδρου της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλου.
Νέα εστία εσωκομματικής έντασης καταγράφεται στο ΠΑΣΟΚ, μετά την αιχμηρή επιστολή που απέστειλε η ΠΑΣΚΕ προς τον Νίκο Ανδρουλάκη, με επίκεντρο τις αναφορές και τη δημόσια συζήτηση γύρω από τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο.
Στην επιστολή, η πράσινη συνδικαλιστική παράταξη εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για τις πρόσφατες ανακοινώσεις και παρεμβάσεις του αποκαλούμενου «συνδικαλιστικού δικτύου» του κόμματος, υποστηρίζοντας ότι οι διατυπώσεις που χρησιμοποιήθηκαν δημιουργούν «κλίμα στοχοποίησης» σε βάρος του κ. Παναγόπουλου.
Ταυτόχρονα, κάνουν λόγο για «λιντσάρισμα» και «δολοφονία χαρακτήρα», τονίζοντας ότι αναπαράγονται στοιχεία τα οποία –κατά την εκτίμησή τους– δεν έχουν τεκμηριωθεί θεσμικά ή δικαστικά. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη νομική διάσταση της υπόθεσης, με την ΠΑΣΚΕ να επισημαίνει ρητά ότι χωρίς τελεσίδικη δικαστική κρίση ισχύει το συνταγματικά κατοχυρωμένο τεκμήριο αθωότητας.
«Όχι ποινική αντιπαράθεση»
Σύμφωνα με την παράταξη, η αντιπαράθεση θα πρέπει να παραμείνει στο πεδίο της πολιτικής και συνδικαλιστικής κριτικής και να μη λαμβάνει χαρακτηριστικά προσωπικής στοχοποίησης ή προεξόφλησης ευθυνών και προειδοποιεί ότι η συνέχιση τέτοιων πρακτικών ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρό ρήγμα στις σχέσεις της με την κομματική ηγεσία, αφήνοντας ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο αποστασιοποίησης, εφόσον –όπως υποστηρίζει– επιχειρηθούν «διασπαστικές ενέργειες» σε βάρος των συνδικαλιστικών της σχημάτων.
Σε κάθε περίπτωση το θέμα αποκτά ευρύτερη πολιτική σημασία, καθώς αφορά τις ισορροπίες εντός ΓΣΕΕ, ενώ νομικοί κύκλοι υπενθυμίζουν ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από εκκρεμή ή μη αποδεδειγμένα ζητήματα οφείλει να σέβεται τόσο το τεκμήριο αθωότητας όσο και την προστασία της προσωπικότητας των εμπλεκομένων.
Μέχρι αργά χθες το απόγευμα η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν είχε τοποθετηθεί επίσημα για το περιεχόμενο της επιστολής. Ωστόσο, το ζήτημα αναμένεται να απασχολήσει το επόμενο διάστημα τα κομματικά και συνδικαλιστικά όργανα, καθώς οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση θα μπορούσε να επιβαρύνει το ήδη τεταμένο κλίμα.
Με δεδομένο ότι δεν έχει υπάρξει δικαστική κρίση ή επίσημη διαπίστωση ευθύνης, το πλαίσιο της συζήτησης –όπως επισημαίνουν θεσμικοί παράγοντες– οφείλει να παραμείνει αυστηρά πολιτικό και θεσμικό, χωρίς υπερβάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σκιές ή άδικες εντυπώσεις.
Παρέμβαση υπουργείων
Την ίδια ώρα, με αυστηρό και κατηγορηματικό τόνο απαντούν τα υπουργεία Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σε δημοσιεύματα και αναφορές που, όπως σημειώνουν, «επιχειρούν να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις» σχετικά με τη διαχείριση και την υλοποίηση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης που χρηματοδοτούνται από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους.
Τα δύο υπουργεία κάνουν λόγο για «ανακριβείς και αποσπασματικές πληροφορίες», διαψεύδοντας ρητά κάθε υπαινιγμό περί αδιαφάνειας ή μη σύννομης διαχείρισης κονδυλίων και τονίζοντας ότι το σύνολο των διαδικασιών πραγματοποιείται «με αυστηρή τήρηση του θεσμικού πλαισίου, διασταυρώσεις στοιχείων και πολλαπλούς ελέγχους».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, τα προγράμματα κατάρτισης:
-υπάγονται σε συγκεκριμένο ευρωπαϊκό και εθνικό κανονιστικό πλαίσιο,
-ελέγχονται από διαχειριστικές αρχές, οικονομικές υπηρεσίες και ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς,
-υπόκεινται σε τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, τόσο διοικητικούς όσο και οικονομικούς.
Όπως επισημαίνεται, «κάθε δαπάνη τεκμηριώνεται και πιστοποιείται», ενώ υπογραμμίζεται ότι τα στοιχεία είναι διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές και, όπου απαιτείται, στη Δικαιοσύνη. Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι «η διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης ή ατεκμηρίωτων καταγγελιών», κάνοντας λόγο για «σενάρια που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα».
Ανυπόστατοι ισχυρισμοί
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η αναφορά των υπουργείων σε «σκόπιμη διαστρέβλωση στοιχείων», υποστηρίζοντας ότι ορισμένα δημοσιεύματα «αναπαράγουν ισχυρισμούς χωρίς διασταύρωση και χωρίς επίσημα δεδομένα». «Η δημόσια συζήτηση οφείλει να βασίζεται σε τεκμηριωμένα στοιχεία και όχι σε εικασίες που πλήττουν την αξιοπιστία θεσμών και εργαζομένων», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ξεκαθαρίζεται ότι οποιαδήποτε υπόνοια παρατυπίας εξετάζεται θεσμικά, ενώ «εφόσον προκύψει το παραμικρό ζήτημα, ενεργοποιούνται άμεσα οι προβλεπόμενες διαδικασίες ελέγχου και λογοδοσίας».
Τα δύο υπουργεία στέλνουν σαφές μήνυμα ότι δεν θα επιτρέψουν «σκιές πάνω σε προγράμματα που στηρίζουν ανέργους, εργαζομένους και επιχειρήσεις», τονίζοντας πως στόχος είναι η ενίσχυση της απασχολησιμότητας και η αναβάθμιση δεξιοτήτων, όχι η δημιουργία κλίματος καχυποψίας.
«Η διαφάνεια δεν είναι σύνθημα, αλλά υποχρέωση», σημειώνουν, προσθέτοντας ότι «η πολιτεία έχει μηδενική ανοχή σε οποιαδήποτε απόκλιση από τη νομιμότητα».
Με την παρέμβασή τους, τα υπουργεία επιχειρούν να κλείσουν τη συζήτηση σε θεσμικό επίπεδο, επιμένοντας ότι οι κρίσεις πρέπει να στηρίζονται σε αποδείξεις και επίσημα πορίσματα και όχι σε δημοσιογραφικές ή πολιτικές ερμηνείες.
Το μήνυμα είναι σαφές: οι έλεγχοι γίνονται, τα στοιχεία υπάρχουν και οι υπαινιγμοί –όπως λένε– δεν υποκαθιστούν τα γεγονότα.


