Η στάση όλων των δυνάμεων για τις αλλαγές στο σύνταγμα θα πρέπει να καταστούν κριτήριο αξιολόγησής τους.
Τo τριήμερο της συζήτησης στη Βουλή για τη συνταγματική αναθεώρηση και η πρώτη ψηφοφορία δεν μας προσέφερε κάτι νέο, αλλά οπωσδήποτε απογοήτευσε, έδειξε την προβληματικότητα της σύνθεσης της Βουλής και τη μανία άρνησης κάθε αλλαγής από όλα τα κόμματα της Βουλής. Η αλήθεια είναι ότι σχεδόν όλα τα κόμματα αυτό μπορούν να κάνουν, αυτό κάνουν. Αν υπάρχει ένα κόμμα που απογοήτευσε ήταν το ΠΑΣΟΚ.
Είναι ακατανόητο ένα κόμμα που κυβέρνησε τα μισά χρόνια της Μεταπολίτευσης, που συγκυβέρνησε με την ΝΔ, που ως κυβέρνηση ή ως αντιπολίτευση συμμετείχε σε διαδικασίες συνταγματικής αναθεώρησης να προκρίνει την άποψη της καταψήφισης ακόμα και των αλλαγών που προτείνει και το ίδιο σ' αυτή την Βουλή για να μη συμπληρωθούν οι 181 ψήφοι. Είναι στάση ακατανόητη που ταιριάζει στον ΣΥΡΙΖΑ, την Ππλεύση Ελευθερίας, τη Νίκη ή την Ελληνική Λύση, αλλά όχι σε κόμμα με την ιστορία του ΠΑΣΟΚ.
Αμετανόητο στην άρνηση, στην καταψήφιση των πάντων θεωρητικοποιεί την δήθεν ορθότητα της στάσης του και καταδικάζει την ύπαρξή του ως φωνή φωνασκίας, διαμαρτυρίας, μηδενισμού. Δεν είναι σαφές σε ποια ακροατήρια απευθύνεται, αλλά αυτή η επιμονή του είναι πολύ πιθανό να αποδειχθεί μοιραία για την παρουσία του. Ήδη απέχει 19% από την ΝΔ και 6% από την ΕΛΑΣ, ενώ δεν απέχει και απόσταση ασφαλείας από την Ελληνική Λύση, ακόμα και την Ελπίδα, παρά την πτώση της.
Έτσι αν σήμερα οι ψήφοι της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ υπερβαίνουν τους αναγκαίους 180 ψήφους, κανείς δεν ξέρει αν αυτό το άθροισμα θα υπάρχει μετά από τις εκλογές και αν σήμερα το ΠΑΣΟΚ μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις αλλαγές, δεν γνωρίζει αν η παρουσία του θα έχει την ίδια έστω βαρύτητα. Φαίνεται όμως σαν να μην ενδιαφέρει αυτό την ηγεσία του. Το ερώτημα είναι: Αν δεν ενδιαφέρει η παρουσία, η θετική συμβολή και το μέλλον ενός κόμματος μια ηγεσία, γιατί να ενδιαφέρει τους πολίτες;
Ήδη από την ομιλία του Νίκου Ανδρουλάκη είχαμε πάρει μια καλή γεύση για το τι θα ακολουθήσει. Άλλωστε δεν είναι εύκολο να θυμηθεί κανείς ομιλία αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση που να μην στέκεται ουσιαστικά σ΄αυτήν, αλλά να αποτελεί μια επανάληψη άλλων ομιλιών στις οποίες πάντα αθροίζονται οι καταγγελίες κατά της κυβέρνησης. Δυστυχώς βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο μιας μεγάλης αποτυχίας, με βασική την ευθύνη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αν εξασφαλίζονταν 180 ψήφοι στη Βουλή, θα διευκόλυνε τα μέγιστα την αναθεωρητική στη συνέχεια. Δυστυχώς όμως το ΠΑΣΟΚ σπάει μια παράδοση, αποποιείται πλευρές της ίδιας της ιστορίας του. Άλλωστε όλες οι πρόσφατες αναθεωρήσεις έγιναν με τη συμφωνία της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ας πούμε το απλό και αυτονόητο. Χωρίς την αξιωματική αντιπολίτευση δεν μπορεί μια κυβέρνηση από μόνη της να τα καταφέρει. Η Νέα Δημοκρατία το 2018 είχε υπερψηφίσει μια σειρά από άρθρα τα οποία ήρθαν στην επόμενη Βουλή και αναθεωρήθηκαν πολύ πιο εύκολα. Είχε εξασφαλίσει ο ΣΥΡΙΖΑ κάποιες συναινέσεις, όπως είχε εξασφαλίσει η Νέα Δημοκρατία στην τότε αναθεώρηση ή ο Σημίτης το 2001. Ας δούμε κάποια παραδείγματα. Η Ν.Δ. προτείνει μη κρατικά, το ΠΑΣΟΚ προτείνει μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι δεν μπορούσε να βρεθεί άκρη, συμφωνία τώρα, ώστε να μην υπάρχει αγωνία για μια ακόμα φορά για ένα άρθρο που έπρεπε να είχε αναθεωρηθεί ήδη από το 2008. Τότε που ο Γιώργος Παπανδρέου άλλαξε γνώμη τελευταία στιγμή και εν τέλει το άρθρο 16 έμεινε ως είχε ως μνημείο ιδεοληψίας και καθυστέρησης. Το ίδιο κινδυνεύει να συμβεί και με το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών. Και η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ συμφωνούν να αλλάξει ή να περιοριστεί ο ρόλος της Βουλής. Το ΠΑΣΟΚ λέει καθόλου ρόλο. Η Νέα Δημοκρατία λέει περιορισμένο ρόλο για τη Βουλή, αλλά εν πάση περιπτώσει το μείζον θέμα είναι να μη μείνει ως έχει.
Όλα τα κόμματα έχουν μπει στη λογική της σύγκρουσης. Και καλά τα άλλα κόμματα, γιατί έχουμε τα κόμματα της τρέλας, έχουμε τα κόμματα της οργής, έχουμε τα κόμματα της διαμαρτυρίας, έχουμε τα κόμματα του ανορθολογισμού. Το ΠΑΣΟΚ όμως είναι ένα διαφορετικό κόμμα ή τουλάχιστον η τακτική του θα έπρεπε να φιλοτεχνεί μια άλλη φυσιογνωμία από αυτή ενός κόμματος που συνωστίζεται με Πλεύση, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, ενώ ταυτόχρονα φοβάται και την ΕΛΑΣ. Έτσι δεν βγαίνει άκρη.
Θα δούμε τι θα γίνει στη συνέχεια, αλλά καλό θα είναι διάφοροι αναλυτές να μην ρίχνουν την ίδια ευθύνη ένθεν και ένθεν, τακτική καλή για όσους θέλουν να τηρούν ίσες αποστάσεις ή να εμφανίζονται κριτικοί, αλλά δεν μιλάνε την γλώσσα της ειλικρίνειας, της περιγραφής της πραγματικότητας. Όπως και καλό είναι μετά και τη δεύτερη ψηφοφορία στα τέλη Αυγούστου, να γίνει μια μεγάλη προσπάθεια ενημέρωσης όλων των πολιτών για το τι αλλαγές στο σύνταγμα εμποδίζονται να πραγματοποιηθούν και τι σημαίνει αυτό για την ζωή τους. Η στάση όλων των δυνάμεων για τις αλλαγές στο σύνταγμα θα πρέπει να καταστούν κριτήριο αξιολόγησής τους. Αν βέβαια θέλουμε να προχωρήσει η χώρα και μας αφήνουν αδιάφορους οι ασκήσεις αυτοκτονίας κομμάτων που δεν γνωρίζουν τι θέλουν και που πάνε.
Μια ελπίδα είναι τα αποτελέσματα των εκλογών να «βάλουν μυαλό σε κόμματα» τα οποία δεν μπορούν να πάνε μπροστά με εχθροπάθεια, τοξικότητα, μηδενισμό.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal.gr