Ναυάγιο της συνταγματικής αναθεώρησης ή ευτελισμός των θεσμών από την αντιπολίτευση;
Ακόμη κι αν κάποιος διαβάσει το αποτέλεσμα της πρώτης ψηφοφορίας στη Βουλή για την αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας ως «ναυάγιο» της διαδικασίας, τότε είναι ξεκάθαρο πως η αιτία γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στάση της αντιπολίτευσης.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Η οποία επέλεξε σε ένα ζήτημα μείζονος σημασίας, όπως είναι η συνταγματική αναθεώρηση, να επιδείξει πρωτοφανή έλλειψη διάθεσης για οποιαδήποτε συναίνεση, επιβεβαιώνοντας απλώς ότι έχει μπει σε έναν κύκλο τοξικότητας και άρνησης της πραγματικότητας, από τον οποίο δεν πρόκειται να βγει τουλάχιστον πριν από τις εκλογές.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει εξάλλου στη στάση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο σε 15 κρίσιμες διατάξεις που προτάθηκαν προς αναθεώρηση επέλεξε να δηλώσει «παρών». Πρακτικά δηλαδή αν και έκλεισε οποιοδήποτε παράθυρο για αλλαγή των συγκεκριμένων διατάξεων, άφησε μια χαραμάδα ανοικτή για ν’ αποφασίσει τι μέλλει γενέσθαι στην επόμενη Βουλή, μετά τις εκλογές.
Με άλλα λόγια, κλότσησε πιο κάτω το τενεκεδάκι για ν’ αποφύγει να πάρει οποιαδήποτε απόφαση που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε «καυτή πατάτα» ως προς τα εσωκομματικά ζητήματα και την προσωπική αμφισβήτηση του Νίκου Ανδρουλάκη, βάζοντας επί της ουσίας πάνω απ’ όλα το μικροκομματικό συμφέρον. Ακόμη και πάνω από το ίδιο το σύνταγμα της χώρας και τους θεσμούς, τους οποίους την ίδια στιγμή υποτίθεται ότι υπερασπίζεται απέναντι (τάχα) στις «ακροβασίες» της κυβέρνησης…
Η ανεύθυνη αντιπολίτευση
Η έγκριση των υπό αναθεώρηση διατάξεων με απλή πλειοψηφία (151) σημαίνει πως για να ισχύσουν οι αλλαγές στα συγκεκριμένα άρθρα του συντάγματος θα πρέπει να εγκριθούν από αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών στην επόμενη Βουλή –σε αυτήν δηλαδή που θα προκύψει μετά τις εκλογές. Είναι δε τόσο ανεύθυνη και ανακόλουθη η στάση της αντιπολίτευσης, ώστε αποσιωπά το γεγονός ότι εάν η αναθεώρηση δεν προχωρήσει, τότε δεν πρόκειται ν’ αλλάξει το επίμαχο άρθρο 86 για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Αυτό δηλαδή που αποτέλεσε «σημαία» όχι μόνο για το ΠΑΣΟΚ, αλλά ακόμα και για την Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου και τη Μαρία Καρυστιανού πριν ακόμη διαβεί τον Ρουβίκωνα και εισέλθει στην πολιτική.
Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ ξανά κατά κύριο λόγο, αλλά και η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα επιχειρούν να πετάξουν την μπάλα στην εξέδρα για το άρθρο 16 και το αλαλούμ που προκάλεσαν ακόμη και μεταξύ των στελεχών τους οι θέσεις τους για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αδιαφορώντας ασφαλώς και σ’ αυτήν την περίπτωση για το προφανές: ότι δηλαδή η μη αναθεώρηση του άρθρου 16 θα σημάνει πως και για σχεδόν μία ακόμη δεκαετία η Ελλάδα θα έχει στο σύνταγμά της μια καθ’ όλα αναχρονιστική, οπισθοδρομική και απαράδεκτη διάταξη που απαγορεύει τη λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, αναγορεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το δημόσιο πανεπιστήμιο σε… τοτέμ.
Εργαλειοποιούν τους θεσμούς
Αρνούμενη λοιπόν την πραγματικότητα, η αντιπολίτευση σήμερα μιλάει για «απομόνωση της κυβέρνησης» ύστερα από την πρώτη ψηφοφορία στη Βουλή. Ποιος είναι όμως πραγματικά απομονωμένος; Ποιος είναι εκείνος που επιλέγει μία ακόμη φορά να εργαλειοποιήσει τους θεσμούς και το ίδιο το σύνταγμα της χώρας με μοναδικό λόγο ότι βαδίζουμε προς τις εκλογές; Εδώ δεν πρόκειται απλώς για μια σύγχυση ρόλων εκ μέρους της αντιπολίτευσης, αλλά για ένα φθηνό, μικροπολιτικό παιχνίδι εντυπώσεων στον βωμό της συνταγματικής αναθεώρησης.
Της κορυφαίας δηλαδή θεσμικής μεταρρύθμισης, η οποία άνοιξε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης και έχει γνώμονα να προσαρμοστεί ο καταστατικός χάρτης της χώρας, ο υπέρτατος νόμος της, σε ένα σύγχρονο και απόλυτα λειτουργικό πλέγμα ρυθμίσεων που συμβαδίζει με τις επιταγές της εποχής (π.χ. με τις προτεινόμενες διατάξεις για την τεχνητή νοημοσύνη). Από εκεί και πέρα, οι ισχυρισμοί της αντιπολίτευσης πως δεν δίνει λευκή επιταγή στην κυβέρνηση γι’ αυτές τις αλλαγές στο σύνταγμα φαντάζουν το λιγότερο έωλοι.