Τι έλεγε το Ινστιτούτο Στράτφορ όταν τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και πώς κατάφερε η κυβέρνηση Μητσοτάκη να διαψεύσει τη δυσοίωνη έκθεση του 2019.
Μετά το 2010 και την είσοδό μας στα μνημόνια, και για σχεδόν δέκα χρόνια, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με πραγματικά υπαρξιακά προβλήματα. Περπατήσαμε στην άκρη του γκρεμού, κινδυνέψαμε να βρεθούμε εκτός ευρώ, διχαστήκαμε ξανά και ξανά και παλέψαμε με τα κύματα της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής αστάθειας.
Πολλές φορές πήγε η στάμνα στη βρύση και, ευτυχώς, δεν έσπασε. Ωστόσο, η Ιστορία αυτών των δέκα χρόνων αποδεικνύει πως η χώρα δεν αντέχει άλλη κρίση -οικονομική ή πολιτική. Στατιστικά, κάποια στιγμή η στάμνα θα σπάσει.
Η Ελλάδα στην άκρη του γκρεμού
Από την παραίτηση Παπανδρέου και το πρώτο μνημόνιο έως τη μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου, τις διπλές εκλογές του 2012 και το δεύτερο μνημόνιο, τις πρόωρες εκλογές του 2015, το δημοψήφισμα και το τρίτο μνημόνιο, τη δεύτερη προσφυγή στις κάλπες τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, τη μεταναστευτική κρίση, την κοινωνική έκρηξη, τις συγκρούσεις για τη Συμφωνία των Πρεσπών, τις συνεχιζόμενες προκλήσεις της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο, τα γεγονότα υπήρξαν δραματικά: μια διαρκής ισορροπία σε σχοινί χωρίς δίχτυ.
Τα τελευταία επτά χρόνια -οκτώ έως τις εκλογές- οι κίνδυνοι όχι μόνο δεν σταμάτησαν, αλλά απέκτησαν ακόμη πιο απειλητική διάσταση: υβριδική επίθεση στον Έβρο, πανδημία, τρεις πόλεμοι, διάλυση της Αφρικής, κλιματική και ενεργειακή κρίση, νέες απειλές εξ Ανατολών.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με εσωτερικά προβλήματα και πολιτική αστάθεια, δημιούργησαν όλες τις προϋποθέσεις για να σπάσει η στάμνα.
Γιατί δεν έσπασε η στάμνα
Η στάμνα δεν έσπασε διότι υπάρχει αυτοδύναμη κυβέρνηση, η οποία στηρίζεται σε καθαρή πλειοψηφία μέσα στη Βουλή και επιτρέπει να λαμβάνονται γρήγορες αποφάσεις, χωρίς ατέρμονες συζητήσεις.
Ωστόσο, παρακολουθώντας τις εσωκομματικές εξελίξεις στον χώρο της Αριστεράς, τη δημιουργία νέων κομμάτων και τον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού -αχρείαστο, αφού τα κόμματα της αντιπολίτευσης έφθασαν να μη διαφέρουν μεταξύ τους και όλοι απλώς καταφεύγουν σε έναν καταγγελτικό λόγο χωρίς λύσεις και χωρίς αυτοκριτική-, αλλά και το γεγονός ότι δεν φαίνεται κάποιο φως στην άκρη του τούνελ, διαπιστώνει κανείς ότι μας περιμένουν δύσκολες ώρες.
Είναι εύκολο να σπάσει η στάμνα και να χυθεί η καρδάρα με το γάλα.
Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στις εκθέσεις του πασίγνωστου Ινστιτούτου Στράτφορ, για να διαπιστώσουμε πως τα τελευταία χρόνια δεν έλειψαν οι ζοφερές προβλέψεις. Είναι ένα είδος βαρόμετρου: το Ινστιτούτο μελετά όλα τα δεδομένα και επιχειρεί να προβλέψει το μέλλον.
Η χειρότερη -και πιο εφιαλτική- πρόβλεψη για την Ελλάδα δημοσιοποιήθηκε στις 14 Ιουλίου 2010. Υπό τον εύγλωττο τίτλο «Η γεωπολιτική της Ελλάδας – Μια θάλασσα στην καρδιά της», υποστηριζόταν το ζοφερό σενάριο: χρεοκοπία, έξοδος από την Ευρωζώνη, αποσταθεροποίηση, ακόμη και απώλεια του Αιγαίου μέσα στην επόμενη τριετία.
Οι αναλυτές του Στράτφορ έλεγαν, μάλιστα, ότι η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να αποφύγει το εφιαλτικό σενάριο αν δεν βρει σύντομα έναν εξωτερικό προστάτη.
Έλεγαν επίσης ότι η Ελλάδα πρέπει να ξαναβρεί τον τρόπο να γίνει χρήσιμη σε μία ή περισσότερες μεγάλες δυνάμεις, πράγμα απίθανο αν δεν υπάρξει κάποια μεγάλη σύγκρουση στα Βαλκάνια. Ή… να επιδιώξει μια διαρκή ειρήνη με την Τουρκία και να μάθει να ζει εντός των γεωπολιτικών της δυνατοτήτων.
Η έκθεση μιλούσε για υποβάθμιση του γεωπολιτικού ρόλου της Ελλάδας στην περιοχή, καθώς η χώρα είχε μείνει χωρίς συμμάχους. Συγκεκριμένα, αναφερόταν πως «είναι η πρώτη φορά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους που η Ελλάδα είναι πραγματικά μόνη».
Ουσιαστικά, κατά τους αναλυτές, η καταστροφή βρισκόταν καθ’ οδόν. Σύμφωνα με τις προβλέψεις τους, η τελική χρεοκοπία ήταν σχεδόν βέβαιη, ακριβώς επειδή δεν προβλεπόταν μείωση του χρέους.
Υπό τέτοιες συνθήκες, η Ευρώπη θα γύριζε την πλάτη στη χώρα μας, η οποία δεν θα μπορούσε να δανειστεί. Στα γεωπολιτικά, οι αναλυτές έβλεπαν ενίσχυση του γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας, ενώ με τη φράση «χωρίς έλεγχο του Αιγαίου απλώς δεν υπάρχει Ελλάδα» υπονοούσαν ότι, υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης και κοινωνικών εντάσεων, θα άνοιγε η όρεξη της Τουρκίας.
Παρένθεση σύνεσης και νέα σύννεφα
Η έκθεση δεν επιβεβαιώθηκε. Όχι επειδή ήταν λανθασμένη, αλλά επειδή, προτού η κατάσταση φθάσει στα άκρα, τη διακυβέρνηση ανέλαβε η τρικομματική -και στη συνέχεια δικομματική- κυβέρνηση Σαμαρά.
Ήταν τα χρόνια που όλοι κράτησαν την ανάσα τους, παρακολουθώντας τις αργές αλλά υπαρκτές προόδους της Ελλάδας, οι οποίες επιτεύχθηκαν ακριβώς επειδή συμφωνήθηκε και ακολουθήθηκε μια συνετή πολιτική σε όλα τα μέτωπα. Και μάλιστα με μια υπονομευμένη πορεία, λόγω των υπερβολικών απαιτήσεων της τρόικας και της αρνητικής, γενικά, στάσης των δανειστών.
Ωστόσο, όσο πλησίαζε η προεδρική εκλογή -και με τον ΣΥΡΙΖΑ να υπόσχεται τα πάντα στους πάντες και να δηλώνει ότι θα σκίσει τα μνημόνια-, τα πράγματα άρχισαν πάλι να αλλάζουν. Τα σύννεφα της νέας πολιτικής αστάθειας επέστρεψαν, μαζί και οι ζοφερές προβλέψεις του Ινστιτούτου Στράτφορ.
Η έκθεση του Δεκεμβρίου του 2012 έφερε τον τίτλο «Ευρώπη: Όταν το αδιανόητο γίνεται δυνατό» και αναφερόταν στην άνοδο των αντισυστημικών κομμάτων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Σύμφωνα με εκείνη την ανάλυση, «σε χώρες όπως η Σουηδία, η Ισπανία, η Μεγάλη Βρετανία και πιθανώς η Ελλάδα, θα διεξαχθούν εκλογές το 2015. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτές οι χώρες θα δουν αποτελέσματα που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πριν από το 2008».
Προβλεπόταν επίσης πως, μετά τις πρόωρες εκλογές και με τον ΣΥΡΙΖΑ να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, πιθανόν να αναστατωθούν οι αγορές και να προκληθεί αβεβαιότητα στην Ευρωζώνη, «την ώρα που η Ευρώπη πίστευε πως είχε βρει τη σταθερότητά της».
Τα γεγονότα που ακολούθησαν την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ πράγματι προκάλεσαν ένα κολασμένο εξάμηνο, οπότε και ο Αλέξης Τσίπρας υποχρεώθηκε να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο.
Μεγάλα δάνεια, θηριώδες χρέος
Η έκθεση του Φεβρουαρίου του 2016 ήταν επίσης ζοφερή. Σύμφωνα με αυτήν, η Ελλάδα ζούσε τις συνέπειες των capital controls, της πτώσης των επενδύσεων, της αύξησης των φόρων και της μεταναστευτικής κρίσης, η οποία λειτουργούσε προς όφελος της Τουρκίας, αφού της επέτρεπε να απαιτεί και να λαμβάνει ανταλλάγματα από την Ευρώπη.
Ακολούθησαν κι άλλες εκθέσεις, με αναφορές στις εντάσεις με τους δανειστές, τις δυσκολίες των αξιολογήσεων και τις διαφωνίες μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωπαίων.
Η έκθεση του Αυγούστου του 2018 είχε τίτλο «Ελλάδα και Ευρωζώνη δεν θα είναι ποτέ πια ίδιες».
«Μετά από τρία πακέτα διάσωσης, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται και πάλι, ωστόσο τα διαρθρωτικά προβλήματα παραμένουν. Το χρέος θα βαραίνει τις επόμενες γενιές, ενώ η χώρα αντιμετωπίζει και τις επιπτώσεις του brain drain. Χρειάστηκαν οκτώ χρόνια, περισσότερα από 300 δισ. ευρώ διεθνών δανείων και έξι πρωθυπουργοί για να φτάσει σε αυτή τη στιγμή η Ελλάδα. Τώρα τα δύο μεγαλύτερα ερωτήματα είναι τα εξής: Άξιζε; Και έχει πράγματι ξεφύγει από τον κίνδυνο η Ελλάδα;» σκιαγραφούσε την κατάσταση το Ινστιτούτο Στράτφορ.
Και συνέχιζε η ανάλυση: «Η οικονομία αναπτύσσεται και πάλι, αν και με πολύ βραδύ ρυθμό, και αν και η ανεργία υποχωρεί, πολλές από τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι προσωρινές, μερικής απασχόλησης ή χαμηλόμισθες θέσεις.
»Και ενώ οι μεταρρυθμίσεις που εισήχθησαν από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις ήταν επώδυνες για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ωστόσο επικεντρώθηκαν υπερβολικά πολύ στις αυξήσεις φόρων και στις περικοπές δαπανών και υπερβολικά λίγο στις διαρθρωτικές αλλαγές που θα έκαναν την οικονομία πιο αποδοτική.
»Η Ελλάδα εξακολουθεί να βαρύνεται από θέματα όπως η φοροαποφυγή, η γραφειοκρατία και τα τεράστια ποσά μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ το βιοτικό επίπεδο του λαού είναι αρκετά χειρότερο απ’ αυτό που ήταν πριν ξεκινήσει η κρίση».
Οπότε και πάλι το μέλλον διαγραφόταν ζοφερό: «Ακόμα και αν η Ελλάδα φαίνεται σχετικά σταθερή για τώρα, η χώρα έχει να αντιμετωπίσει δύο τεράστιες προκλήσεις στο μέλλον. Η πρώτη είναι το βαρύ φορτίο του χρέους της, που εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, πάνω από το 180% του ΑΕΠ».
Κάθε άλλο παρά τυχαία, στην έκθεση αναφερόταν πως «οι επιπτώσεις από μια δεκαετία διεθνών πακέτων διάσωσης και επώδυνων εγχώριων μέτρων θα είναι αισθητές για γενιές».
Νέα σύννεφα τον Ιανουάριο του 2019
Τον Ιανουάριο του 2019, η έκθεση έφερε τον τίτλο «Σύννεφα στον ορίζοντα για την Ελλάδα». Αναφερόταν ξανά στο ακραίο επίπεδο του δημόσιου χρέους, στο τεράστιο ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων στις τράπεζες, στο υψηλό επίπεδο ανεργίας και στις ισχνές δημόσιες επενδύσεις.
«Όμως», κατέληγε η έκθεση, «η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ανήφορο μπροστά της για να δημιουργήσει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και θα εξακολουθήσει να είναι ένας από τους αδύναμους κρίκους στην Ευρωζώνη».
Στις 16 Ιουνίου 2019, η έκθεση του Στράτφορ έφερε τον τίτλο «Το οικονομικό παρελθόν της Ελλάδας στοιχειώνει το μέλλον». Βρισκόμασταν σε προεκλογική περίοδο και οι αναλυτές υπογράμμιζαν τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας, την υψηλή ανεργία, το χρέος, τα προβλήματα με την Τουρκία και τις προκλήσεις κατά της Κύπρου.
Και κατέληγαν: «Όμως, ακόμη και αν κερδίσει η Νέα Δημοκρατία, όπως αναμένεται, η αλλαγή στην ηγεσία δεν θα έχει ως αποτέλεσμα να υπάρξει σύντομα μια θαυματουργική ανάκαμψη, δεδομένου του μεγέθους και της πληθώρας των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα στο εσωτερικό της και στο εξωτερικό».
Πώς τα αγκάθια βγήκαν ένα ένα
Ακολούθησε η έκθεση μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, υπό τον τίτλο «Τα “αγκάθια” στον δρόμο του Κυριάκου Μητσοτάκη».
Όπως υπογραμμιζόταν, «το βαρύ φορτίο του τεράστιου χρέους της Ελλάδας -που ξεπερνά το 176% του ΑΕΠ της- θα περιορίσει την ικανότητα της κυβέρνησης να εφαρμόσει δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις για πολλές δεκαετίες».
Προσέθετε ότι «ο κ. Μητσοτάκης αναλαμβάνει την εξουσία σε μια περίοδο όπου οι διαμάχες στην Ανατολική Μεσόγειο γίνονται όλο και εντονότερες».
Οι τελευταίες εκθέσεις, επομένως, έδειχναν πόσο δύσκολος θα ήταν ο δρόμος για τον Μητσοτάκη. Υπήρχαν πολλά στοιχεία δυσπιστίας.
Ωστόσο, αυτά τα χρόνια η διακυβέρνηση της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία διέψευσε τις προβλέψεις. Και το Μεταναστευτικό αντιμετωπίστηκε, και η οικονομία ανέκαμψε, και οι μισθοί αυξήθηκαν, και η ανεργία μειώθηκε στα προ κρίσης επίπεδα, και το χρέος μειώθηκε, και η χώρα εξοπλίστηκε για να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές απειλές, και ισχυρές συμμαχίες χτίστηκαν.
Αντιμετωπίστηκαν, δηλαδή, όλες οι ανησυχίες των αναλυτών, οι οποίοι όλα αυτά τα χρόνια επεσήμαιναν -για όλες τις χώρες- τους κινδύνους από τον αντισυστημισμό και τον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού.
Το ζήτημα τώρα είναι αν θα πάμε μπροστά ή πίσω. Αν θα ξαναδούμε ζοφερές εκθέσεις από το Ινστιτούτο Στράτφορ. Δηλαδή, αν αυτή τη φορά θα σπάσει η στάμνα…