Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι σταθερά πρώτος, αφήνοντας πίσω με διαφορά και τον Α. Τσίπρα και τον Ν. Ανδρουλάκη.
Οι δημοσκοπήσεις που θα δουν το φως της δημοσιότητας μετά τη ΔΕΘ αναμένεται να δώσουν μια εικόνα για το πώς διαμορφώνεται το πολιτικό σκηνικό στον δρόμο για τις εκλογές του 2027. Αν και παραμένουν φωτογραφίες της στιγμής, οι μετρήσεις της κοινής γνώμης έχουν κάποια στοιχεία που, σε βάθος χρόνου, δίνουν συγκεκριμένη εικόνα.
Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις
Για παράδειγμα, η καταλληλότητα για πρωθυπουργός. Ένα ερώτημα που αμφισβητείται κατά καιρούς από όσους υπολείπονται του πρώτου στην κατάταξη. Μάλιστα, υποστηρίζουν πως λειτουργεί προς όφελος του εν ενεργεία πρωθυπουργού.
Είναι όμως έτσι; Ή μήπως αμφισβητείται διότι καταγράφει στην πραγματικότητα το πρόσωπο που οι πολίτες εκτιμούν ότι μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα καλύτερα σε σχέση με αυτούς που διεκδικούν τη θέση;
Η καταλληλότητα, όπως και η παράσταση νίκης, είναι σε βάθος χρόνου δύο στοιχεία που δεν διαψεύδονται από τις εκλογικές αναμετρήσεις. Η παράσταση νίκης επιβεβαιώνει, αν όχι πάντα, σε ποσοστό εννέα στις δέκα φορές το κόμμα που έρχεται πρώτο. Η καταλληλότητα μάλλον έχει ακόμη καλύτερα ποσοστά για το πρόσωπο που επιλέγουν οι πολίτες να κυβερνήσει.
Στον αντίποδα υπάρχει η… δημοτικότητα. Ένα ερώτημα που αλλάζει ως προς εκείνον ή εκείνη που προηγείται, ανάλογα με τη συγκυρία, επιβεβαιώνοντας τα περί φωτογραφίας της στιγμής.
Ποιον θεωρούν ικανότερο
Ας επανέλθουμε όμως στην καταλληλότητα. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό το ερώτημα; Τι ζητούν οι δημοσκόποι από τους πολίτες να απαντήσουν;
Ζητούν πολύ απλά να κρίνουν ποιος ή ποια είναι καταλληλότερος για να κυβερνήσει τη χώρα και να διαχειριστεί τις τύχες όλων μας: και αυτών που θα τον ψηφίσουν και αυτών που δεν θα τον ψηφίσουν στις εκλογές.
Οι πολίτες καλούνται, μέσω αυτού του απλού ερωτήματος που υπάρχει σε όλες τις δημοσκοπήσεις, να πουν ποιος ή ποια θέλουν να σηκώσει το τηλέφωνο στο Μέγαρο Μαξίμου αν αυτό χτυπήσει στις τρεις τα ξημερώματα, όπως είπε πρόσφατα ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Καλούνται να επιλέξουν ποιος θα κληθεί να διαχειριστεί κρίσεις, μάλιστα διεθνούς επιπέδου, οι οποίες αγγίζουν όλες τις χώρες. Να πουν ποιον θεωρούν καλύτερο για να λάβει μέτρα, να διατηρήσει την κοινωνική συνοχή και, παράλληλα, να διαμορφώσει με ένα συνεκτικό πρόγραμμα τις συνθήκες που ανατάσσουν και, στη συνέχεια, οδηγούν στην ανάπτυξη μια χώρα.
Πρόκειται για επιλογή που γίνεται μεταξύ των επικεφαλής των κομμάτων, τελευταία ακόμη και αν δεν βρίσκονται στη Βουλή, αλλά καταγράφουν ποσοστά που δείχνουν ότι θα είναι στην επόμενη.
Το ερώτημα που θέτουν οι εταιρείες μετρήσεων γίνεται είτε με αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα είτε με αυθόρμητες απαντήσεις. Και στις δύο περιπτώσεις, η βάση του ερωτήματος είναι ποιος ή ποια θα είναι καλύτερος κυβερνήτης.
Όχι ποιος φωνάζει δυνατότερα ή κάνει καλύτερα σόου, αλλά ποιος μπορεί να πάρει αποφάσεις άμεσα συνδεδεμένες με τη χώρα, τους πολίτες και τον καθένα ξεχωριστά.
Το πλεονέκτημα του κυβερνητικού έργου
Ευνοεί το ερώτημα τον εν ενεργεία πρωθυπουργό; Η απάντηση είναι «ναι», αλλά μόνο όταν παράγει έργο, αντιμετωπίζει κρίσεις και διαθέτει πρόγραμμα και όραμα. Διαφορετικά, μπορεί να γίνει μπούμερανγκ.
Για παράδειγμα, ο Αλέξης Τσίπρας έχασε την πρωτιά στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός από τα τέλη του 2016. Έκτοτε, την πρώτη θέση καταλαμβάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος επελέγη για πρωθυπουργός και στις εκλογές του 2019 και του 2023.
Για την ιστορία, και με την επανεμφάνισή του στην κεντρική πολιτική σκηνή, ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται και πάλι στη δεύτερη θέση και με διαφορά, ενώ ο Νίκος Ανδρουλάκης διατηρεί μονοψήφια ποσοστά στην πλειονότητα των δημοσκοπήσεων.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»