Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κερδίζει τον εχθρό στο διπλωματικό πεδίο και προχωρά στον εξοπλισμό της χώρας και στη σύναψη κατάλληλων συμμαχιών.

Εξαιρώντας την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας, για την οποία όλοι έχουμε συμφωνήσει ότι υπήρξε μια σκοτεινή εποχή εθνικής προδοσίας εντός και εκτός συνόρων, όλοι όσοι βρέθηκαν στο τιμόνι της χώρας μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας προσπάθησαν γι’ αυτό που ειρωνικά αποκαλείται σήμερα «ήρεμα νερά» στις σχέσεις με την Τουρκία.

Το πρόβλημα είναι ότι οι ίδιοι –ή τα κόμματά τους, αν οι ίδιοι δεν βρίσκονται πια στη ζωή– που όταν βρίσκονται στην εξουσία ανέχονται κάθε επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας, γίνονται ξαφνικά «τουρκοφάγοι» μόλις βρεθούν εκτός εξουσίας. Οι συνέπειες ενός πολέμου είναι πάντα τρομακτικές. Αν μπορείς να τον αποφύγεις χωρίς να παραιτηθείς από κανένα κυριαρχικό σου δικαίωμα, χωρίς να παραδώσεις σπιθαμή γης και σταγόνα θάλασσας, τότε πρέπει να είσαι περήφανος για τις αποφάσεις σου και να μην παριστάνεις τον πολεμοχαρή όταν δεν έπραξες κάτι διαφορετικό όσο κυβερνούσες.

Αλλωστε, ο Σουν Τσου, στην «Τέχνη του Πολέμου», έγραψε πως «οι προικισμένοι ηγέτες νικούν τον εχθρό χωρίς να πολεμήσουν». Πρόσθεσε, επίσης, πως «ένας σοφός άρχοντας πρέπει να μη βιαστεί να κηρύξει τον πόλεμο» και ότι «ένας καλός στρατηγός πρέπει να είναι πάντα έτοιμος για πόλεμο».

Ακριβώς αυτό γίνεται σήμερα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη: κερδίζει τον εχθρό στο διπλωματικό πεδίο χωρίς να πολεμήσει και προχωρά στον εξοπλισμό της χώρας και στη σύναψη κατάλληλων συμμαχιών, για την περίπτωση που θα χρειαστεί να υπερασπιστούμε τα πατρώα εδάφη. Αυτή η συλλογική υποκρισία του όψιμου «τουρκοφάγου» πρέπει να τελειώνει. Να σταματήσουν επιτέλους όλοι οι πρώην να λοιδορούν τα «ήρεμα νερά», τα οποία και οι ίδιοι επιδίωξαν, όχι πάντα χωρίς υποχωρήσεις, κολυμπώντας τώρα στα ρηχά νερά της δημαγωγίας. Γιατί το κολύμπι σε αυτά τα νερά δεν είναι πατριωτισμός· είναι πατριδοκαπηλία.

Ας αφήσουν τις υποδείξεις

Ο Ανδρέας Παπανδρέου πήγε στο Νταβός, έπειτα από το πολεμικό κλίμα που προκλήθηκε λόγω της εξόδου του «Σισμίκ», του πρώην «Χόρα». Εναν χρόνο μετά συμφώνησε με τον Οζάλ στην παραδοξότητα του «μη πόλεμος», για να πει αργότερα το περίφημο mea culpa.

Ο Κώστας Σημίτης υπέγραψε τη Συμφωνία της Μαδρίτης και δέχθηκε το Κείμενο των Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι μετά τα Ιμια. Την ώρα που οι Τούρκοι ξεσάλωναν στο Αιγαίο, ο ίδιος συμφώνησε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να ξεκινήσουν οι διαδικασίες ένταξης της Τουρκίας, με τον Γιώργο Παπανδρέου υπουργό Εξωτερικών.

Ο Γιώργος Παπανδρέου, είτε ως υπουργός Εξωτερικών είτε ως πρωθυπουργός, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της ελληνοτουρκικής φιλίας, παρά τις συνεχείς παραβιάσεις, τις αερομαχίες και ακόμη και τη διακοπή της αεροναυτικής άσκησης «Τρίαινα», λόγω εμφάνισης οπλισμένων τουρκικών αεροσκαφών.

Τα ταξίδια και οι χοροί με τον Ισμαήλ Τζεμ έδιναν και έπαιρναν, όπως και τα βραβεία. Το 2006, όμως, έγινε κι αυτός «τουρκοφάγος»: άλλοτε καλούσε την τότε κυβέρνηση να ασκήσει βέτο στην είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ, υπέρ της οποίας είχε δώσει μάχη, και άλλοτε πρότεινε στον Καραμανλή να επεκτείνει η Ελλάδα τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια πριν από την προσφυγή στη Χάγη.

Πρότεινε επίσης τη δημιουργία ενός «νέου Ελσίνκι», στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, καθώς και «ισόρροπη μείωση» των στρατιωτικών δαπανών Ελλάδας-Τουρκίας, προκειμένου να υπάρξει «μέρισμα ειρήνης». Με την επιστροφή του στην εξουσία, το 2009, τα ξέχασε όλα. Αρχισαν και πάλι τα «σούρ’ τα-φέρ’ τα» με την Τουρκία και η υπογραφή συμφωνιών, αν και το «Τσεσμέ» και το «Πίρι Ρέις» μπαινόβγαιναν κανονικά και επί ημέρες νοτίως της Αλεξανδρούπολης και νοτιοανατολικά του Καστελλόριζου. Ας αφήσει, λοιπόν, το ΠΑΣΟΚ τις υποδείξεις.

Η εποχή Καραμανλή

Ο Κώστας Καραμανλής, με υπουργούς Εξωτερικών τον Πέτρο Μολυβιάτη και την Ντόρα Μπακογιάννη, υπήρξε ο πρωθυπουργός που περισσότερο συγκρούστηκε με την Τουρκία, φθάνοντας στο σημείο να αναβάλει, τον Νοέμβριο του 2005, προγραμματισμένη επίσκεψή του στην Αγκυρα.

Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε ο πρώτος Ελληνας πρωθυπουργός που, τον Ιανουάριο του 2008, επισκέφθηκε την Τουρκία μετά από σχεδόν μισό αιώνα. Επιπλέον, υποδέχθηκε τον Ερντογάν στο Μέγαρο Μαξίμου τον Μάιο του 2004, ενώ τον Δεκέμβριο του 2005 ξεκίνησαν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ. Τον Δεκέμβριο του 2006, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε ότι δεν θα ανοίξουν για την Τουρκία οκτώ κεφάλαια και ότι κανένα κεφάλαιο δεν θα κλείσει αν η Τουρκία δεν συμμορφωθεί με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο.

Τα γεγονότα επί Σαμαρά

Ο Αντώνης Σαμαράς επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη τον Μάρτιο του 2013, συνοδευόμενος από 11 υπουργούς. Συναντήθηκε με τον Ερντογάν, υπογράφηκαν 25 συμφωνίες, πραγματοποιήθηκε η δεύτερη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, μίλησε για προώθηση της καλής γειτονίας και δήλωσε ότι «η σημερινή μέρα είναι μία καλή μέρα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις». Ολα αυτά συνέβησαν λίγες ημέρες μετά την ένταση στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας και τη ρηματική διακοίνωση για την υφαλοκρηπίδα. Η συνάντηση Σαμαρά-Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ στο Νιούπορτ της Ουαλίας, στις 5 Σεπτεμβρίου 2014, πραγματοποιήθηκε στη σκιά των προκλητικών δηλώσεων του Ερντογάν από τα Κατεχόμενα και της εισβολής του «Μπαρμπαρός» στην κυπριακή ΑΟΖ.

Την προηγουμένη είχαν σημειωθεί 27 παραβιάσεις στο Αιγαίο. Παράλληλα, συνεχίστηκαν κανονικά οι γύροι των διερευνητικών συνομιλιών, ενώ ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος τον Μάιο του 2013 είχε δηλώσει πως «δεν υπάρχουν σύνορα στο Αιγαίο», επισκέφθηκε την Αθήνα, ως πρωθυπουργός πλέον, στις 6 Δεκεμβρίου 2014. Σαμαράς και Νταβούτογλου αντάλλαξαν φιλοφρονήσεις, με τον έναν να μιλά για «φίλο Τούρκο πρωθυπουργό» και τον άλλον για «πολύτιμο φίλο Ελληνα πρωθυπουργό». Παράλληλα, ξεκαθαρίστηκε πως, «παρά τις ουσιαστικές διαφορές των δύο χωρών, η Ελλάδα θα συνεχίσει να στηρίζει την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας», υπό την προϋπόθεση ότι θα εκπληρώνονταν πλήρως τα ευρωπαϊκά προαπαιτούμενα και οι υποχρεώσεις.

Επιπλέον, τον Νοέμβριο του 2013 άνοιξε για την Τουρκία το Κεφάλαιο 22 για την Περιφερειακή Πολιτική και τον συντονισμό των διαρθρωτικών μέσων. Ηταν το 14ο κεφάλαιο διαπραγματεύσεων που άνοιξε, με αντικείμενο την πολιτική συνοχής και τη διαχείριση των διαρθρωτικών ταμείων.

Τα πέρα-δώθε του Τσίπρα

Τέλος, ο Αλέξης Τσίπρας, για τον οποίο «τι να πρωτοπούμε», μας καλεί σήμερα να αλλάξουμε άμεσα πλεύση στα Ελληνοτουρκικά. Πραγματοποίησε τέσσερις επισκέψεις στην Τουρκία, συμμετείχε σε συναντήσεις με τον Ερντογάν σε διεθνή φόρα και υποδέχθηκε τον ίδιο και άλλους Τούρκους αξιωματούχους στην Ελλάδα.

Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις των Κοτζιά και Κατρούγκαλου στην Τουρκία. Σε μία από αυτές, τον Μάρτιο του 2016, ο κ. Τσίπρας άκουσε τον Νταβούτογλου να λέει πως, αν και ούτε η Τουρκία ούτε η Ελλάδα εγκατέλειψαν τις απόψεις τους, «αυτό που ονομάζεται εναέριος χώρος είναι αμφισβητούμενες περιοχές». Ο Νταβούτογλου είχε προσθέσει πως αυτό που στην Ελλάδα φαίνεται ως παραβίαση του εναέριου χώρου είναι, κατά την τουρκική αντίληψη, περιοχή την οποία οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θεωρούν δικό τους εναέριο χώρο.

Αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2017, ο κ. Τσίπρας άκουσε τον κ. Ερντογάν να αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάννης μέσα στην Αθήνα. Ακολούθησαν τα επεισόδια με τουρκικές ακταιωρούς στο Αιγαίο και, τον Φεβρουάριο του 2019, η γνωστή κατ’ ιδίαν συνάντηση του κ. Τσίπρα με τον Ερντογάν, η οποία διήρκεσε πάνω από δύο ώρες και το περιεχόμενό της δεν έγινε γνωστό.

Το «Μπαρμπαρός», για το οποίο έχουν ακουστεί διάφορα ηρωικά, βρισκόταν στο Αιγαίο: άλλοτε ανεφοδιαζόταν από γερμανική ναυαρχίδα ανατολικά της Ανδρου, άλλοτε περιφερόταν δυτικά της Ρόδου και άλλοτε σουλατσάριζε μεταξύ Κω και Αστυπάλαιας. Διότι, ως γνωστόν, αφού τα έκανε μούσκεμα στο Μεταναστευτικό, ο Τσίπρας, παρέα με τον Καμμένο, έφερε στο Αιγαίο το ΝΑΤΟ, το οποίο υποτίθεται ότι ήθελε να… διαλύσει.

Τα πράγματα είναι απλά

Με λίγα λόγια, τα πράγματα είναι απλά: η Τουρκία δεν σταμάτησε ποτέ να προκαλεί και η Ελλάδα δεν σταμάτησε ποτέ να συζητά. Δεν υπάρχουν «πειρατικές» ενέργειες ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην κυβέρνηση, καθώς τα κεφάλαια της πειρατείας είναι πολλά και καταλαμβάνουν όλες τις κυβερνήσεις.

Οσον αφορά την ελληνική Αριστερά, είναι τουλάχιστον γελοίο να κάνει υποδείξεις, όταν κάποτε οι συνιστώσες της έλεγαν πως το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του, αποκαλούσαν επίσημα τα εθνικά μας θέματα «λεγόμενα εθνικά θέματα» και μετρούσαν σαν άλλοι… Στράβωνες την τουρκική ακτογραμμή.

Οσο για την Ακροδεξιά, καταφεύγει τυχοδιωκτικά σε εθνικιστικές κορόνες, καθώς στηρίζει την ύπαρξή της στη διέγερση του θυμικού. Οι υπόλοιποι, που έχουν κυβερνήσει και γνωρίζουν πολύ καλά τι συνέβαινε επί των ημερών τους και πώς αντιδρούσαν οι ίδιοι, ας παραδεχθούν ότι η Ελλάδα ουδέποτε υπήρξε περισσότερο εξοπλισμένη και έτοιμη να αντιμετωπίσει κάθε απειλή.

Οι αποδείξεις υπάρχουν και, στα επόμενα μέρη αυτής της καταγραφής, θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε το θέμα μέσω της, χωρίς αποτέλεσμα, ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, παρακολουθώντας παράλληλα τόσο τις τουρκικές προκλήσεις όσο και τη στάση των ελληνικών κυβερνήσεων.