Έρευνα της διαΝΕΟσις δείχνει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει μπει για τα καλά στην καθημερινότητα, ωστόσο οι πολίτες ζητούν αυστηρή ρύθμιση, προστασία προσωπικών δεδομένων και σαφή όρια στη χρήση της
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή τεχνολογική υπόσχεση. Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της διαΝΕΟσις και της Metron Analysis, σχεδόν επτά στους δέκα Έλληνες έχουν ήδη χρησιμοποιήσει εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης, ενώ η χρήση τους συνεχίζει να αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς.
Από όσους χρησιμοποιούν τέτοια εργαλεία, το 37,3% δηλώνει ότι τα αξιοποιεί καθημερινά, ενώ το 50,7% τα χρησιμοποιεί μερικές φορές την εβδομάδα. Με άλλα λόγια, σχεδόν εννέα στους δέκα χρήστες έρχονται σε επαφή με εφαρμογές ΑΙ σε εβδομαδιαία βάση, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η τεχνολογία έχει πλέον περάσει από τη φάση της περιέργειας στη φάση της καθημερινής χρήσης.
Παρά τη μεγάλη διάδοση, η κοινωνία δεν αντιμετωπίζει την ΑΙ με άκριτο ενθουσιασμό. Αντίθετα, η εξοικείωση συνοδεύεται από έντονο προβληματισμό για τις επιπτώσεις της.
Οι μεγαλύτεροι φόβοι: Παραπληροφόρηση και απώλεια κριτικής σκέψης
Το πιο ηχηρό εύρημα της έρευνας αφορά τις ανησυχίες των πολιτών. Το 80% δηλώνει ότι ανησυχεί πολύ ή πάρα πολύ για την παραπληροφόρηση και το ψευδές περιεχόμενο που μπορεί να παράγει ή να διακινεί η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Σχεδόν το ίδιο ποσοστό, 78,7%, εκφράζει έντονη ανησυχία για την αδράνεια της κριτικής σκέψης, δηλαδή για τον κίνδυνο οι άνθρωποι να βασίζονται υπερβολικά στις απαντήσεις των μηχανών. Υψηλά ποσοστά ανησυχίας καταγράφονται επίσης για τις κυβερνοεπιθέσεις και το ηλεκτρονικό έγκλημα (76%), για την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας (75,9%) και για την απώλεια θέσεων εργασίας (74,2%).
Δεν είναι τυχαίο ότι το 67,4% των ερωτηθέντων θεωρεί πως οι κίνδυνοι της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι μεγαλύτεροι από εκείνους που συνόδευσαν προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις.
Ζητούν κανόνες, διαφάνεια και έλεγχο
Η απάντηση των πολιτών απέναντι σε αυτούς τους φόβους είναι ξεκάθαρη: περισσότερη ρύθμιση. Σχεδόν εννέα στους δέκα θεωρούν αναγκαία την καλύτερη εκπαίδευση των πολιτών στη χρήση της ΑΙ (88,8%) και περισσότερη διαφάνεια στον τρόπο λειτουργίας των μοντέλων (87,1%).
Εξαιρετικά υψηλή αποδοχή συγκεντρώνουν επίσης η υποχρεωτική αναφορά πηγών στις απαντήσεις της ΑΙ (85,7%), οι δικλείδες ασφαλείας από τις ίδιες τις εταιρείες (84,8%), η πιστοποίηση των συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης (81,4%) και η επιβολή κυρώσεων στις εταιρείες που παραβιάζουν κανόνες (80,3%).
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι πολίτες δεν ζητούν την απόρριψη της τεχνολογίας. Ζητούν όμως ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει τη λογοδοσία και την προστασία των χρηστών.
Ποιος πρέπει να έχει την ευθύνη
Όταν τίθεται το ερώτημα της ευθύνης σε περίπτωση ζημίας από χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης, η πλειοψηφία στρέφεται προς τις ίδιες τις εταιρείες και τις πλατφόρμες που αναπτύσσουν τα εργαλεία αυτά. Μεταξύ των χρηστών, το 53,4% θεωρεί υπεύθυνη την εταιρεία ή την πλατφόρμα, ενώ στους μη χρήστες το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 43,1%.
Παράλληλα, παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση. Οι χρήστες αποδίδουν σε μεγαλύτερο βαθμό ευθύνη και στον ίδιο τον πολίτη που χρησιμοποιεί τα εργαλεία, ενώ οι μη χρήστες τείνουν να μεταφέρουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στο κράτος.
Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι η προσωπική εμπειρία χρήσης επηρεάζει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς τους κινδύνους και τις υποχρεώσεις που συνοδεύουν τη νέα τεχνολογία.
Το κράτος παραμένει ο βασικός ρυθμιστής
Σε ό,τι αφορά το ποιος πρέπει να αναλάβει την προστασία των πολιτών, η απάντηση είναι σαφής. Το 61,5% θεωρεί ότι τον κεντρικό ρόλο πρέπει να τον έχει η κυβέρνηση κάθε χώρας. Ακολουθούν η Ευρωπαϊκή Ένωση με 29,9%, οι εταιρείες τεχνολογίας και Τεχνητής Νοημοσύνης με 27,2%, οι ανεξάρτητες αρχές με 17,1% και οι διεθνείς οργανισμοί με 16,8%.
Η εικόνα που αναδεικνύεται είναι μιας κοινωνίας που έχει ήδη αγκαλιάσει τα εργαλεία της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά δεν είναι διατεθειμένη να τα αφήσει χωρίς εποπτεία. Οι Έλληνες φαίνεται να βλέπουν τις δυνατότητες της νέας τεχνολογίας, ταυτόχρονα όμως ζητούν αυστηρούς κανόνες, διαφάνεια και σαφή κατανομή ευθυνών. Η αποδοχή υπάρχει. Η εμπιστοσύνη, όμως, παραμένει υπό όρους.