Στις 25 Μαΐου ενεκρίθη η τρίτη θητεία του Γιάννη Στουρνάρα στη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας με το ΠΑΣΟΚ να ψηφίζει… «παρών» όπως και το ΚΚΕ, με τον ΣΥΡΙΖΑ και τα υπόλοιπα κόμματα να καταψηφίζουν.

Η μη στήριξη της ανανέωσης της θητείας του είναι αλήθεια ότι προκάλεσε ερωτήματα, παρότι ο ίδιος μιλάει ανοιχτά για όλα τα θέματα.

Ειδικά το «παρών» του ΠΑΣΟΚ είχε προκαλέσει αίσθηση, δεδομένου ότι κατά τη συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής είχε τοποθετηθεί θετικά για την πορεία του Γ. Στουρνάρα και τις προηγούμενες θητείες του στη θέση του επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της χώρας.

Χθες ο Γιάννης Στουρνάρας έδωσε μια συνέντευξη στον Αρη Πορτοσάλτε στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ μέσα από την οποία εύκολα γίνεται αντιληπτός ο λόγος που η αντιπολίτευση δεν υποστήριξε την ανανέωση της θητείας του και που σίγουρα δεν είχε να κάνει –ούτως ή άλλως– με όσα υποστήριξαν τα κόμματα στη συζήτηση αλλά και μετά από αυτή.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος με τις τοποθετήσεις του χαλάει το αφήγημα της καταστροφολογίας, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει και τον λαϊκισμό σε περιπτώσεις όπως αυτή που αφορά τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης για τον αναβαλλόμενο φόρο και τις τράπεζες ή για τον πληθωρισμό και τους λόγους που στην Ελλάδα είναι υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών-μελών της Ευρωζώνης και της ΕΕ συνολικά.

«Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή έχει υπερβάλλουσα ζήτηση», είπε σχετικά με τον πληθωρισμό, προσθέτοντας πως «είναι μια χώρα που η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά, είναι μια χώρα που έχει αυτό που λέμε θετικό παραγωγικό κενό, ενώ η Ευρώπη έχει αρνητικό παραγωγικό κενό» για να επισημάνει πως η παραπάνω ζήτηση είναι αυτή που συμβάλλει στον παραπάνω πληθωρισμό.

Συνέχισε όμως με αναφορά και στον τουρισμό: «Δεχόμαστε 40 εκατομμύρια τουρίστες σε μια σχετικά μικρή χώρα 10 εκατομμυρίων, αυτοί οι άνθρωποι συμβάλλουν στην πλεονάζουσα ζήτηση».

Η λύση, όπως είπε, δεν είναι να μειωθεί η ζήτηση υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη να αυξηθούν οι επενδύσεις, να γίνουν μεταρρυθμίσεις, να αυξηθεί η προσφορά και να αρθούν όλα τα εμπόδια εισόδου επιχειρήσεων σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Και, όπως είπε, αν θέλουμε να μειώσουμε τον πληθωρισμό, πρέπει να ανοίξουμε την οικονομία σε όλους τους τομείς.

Εκανε λόγο για την αύξηση των επενδύσεων τα τελευταία χρόνια κατά 80% και για μείωση του επενδυτικού κενού. Μίλησε και για την αύξηση του κατώτατου μισθού αλλά και του μέσου μισθού με τον πρώτο να αυξάνεται περισσότερο από τον πληθωρισμό, ενώ ο μέσος μισθός αυξάνεται σε ετήσια βάση όσο και η παραγωγικότητα.

Δεν παραγνώρισε ότι υπάρχουν άνθρωποι που αντιμετωπίζουν προβλήματα ούτε και ότι πρέπει να στηριχθούν, εν τούτοις ανέφερε πως η πορεία των δημοσιονομικών της χώρας είναι πετυχημένη.

Με απλά λόγια, ούτε η χώρα καταστρέφεται ούτε η κοινωνία διαλύεται. Και, δυστυχώς για κάποιους, ο κεντρικός τραπεζίτης μιλά πάντα με στοιχεία, με δεδομένα για όλα, όπως και για τη μείωση της φορολογίας που φέρνει ανάσες και στην οικονομία και στην κοινωνία.

Και με στοιχεία καταρρίπτει και τον λαϊκισμό. Για παράδειγμα, τα περί αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών που έχουν γίνει… σημαία αντισυστημικότητας από παλαιά και αναπαλαιωμένα κόμματα. Τι είπε; Οτι ο αναβαλλόμενος φόρος είναι υποχρέωση του Δημοσίου, ότι όλα τα κόμματα συμμετείχαν στο να ισχύσει αυτό και μάλλον δεν έχουν κάποιοι καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτός ο φόρος. «Νομίζουν», είπε, «ότι είναι υποχρέωση των τραπεζών έναντι του κράτους. Ο αναβαλλόμενος φόρος είναι κεφάλαιο των τραπεζών». Οπότε;

Οπότε τα περί φορολογίας έκτακτης, τα περί αναβαλλόμενου φόρου και άλλα τινά δεν είναι παρά πυροτεχνήματα σε μια αντιπολιτευτική τακτική που πατά πάνω σε υπαρκτά προβλήματα που χρειάζονται λύσεις, αλλά σίγουρα αυτές δεν δίνονται ούτε με μαγικά ραβδιά ούτε «μ’ έναν νόμο και ένα άρθρο».

Η συνέντευξη στον Άρη Πορτοσάλτε έδωσε μια εικόνα διαφορετική από αυτή που επιχειρείται να δοθεί από την αντιπολίτευση, χωρίς καμία ωραιοποίηση, αλλά κυρίως χωρίς να χαϊδεύονται αυτιά για μικροπολιτικούς και μικροκομματικούς λόγους.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».