Θεσμικά και οικονομικά τεκμηριωμένη η απάντηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος στην πρόταση Τσίπρα για άμεση κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου
Εχει ξεκινήσει και πάλι ο Αλέξης Τσίπρας να τοποθετείται στη δημόσια συζήτηση για τις τράπεζες, που έκλεισε το 2015 με τεράστια «επιτυχία» για τον ίδιο αλλά οδύνη για τους Ελληνες.
Από τα όσα λέει, έχει στόχο να ανοίξει νέο μέτωπο απέναντι στο τραπεζικό σύστημα, με αιχμή τον αναβαλλόμενο φόρο και την πρόταση να εξαλειφθεί μέσα στα επόμενα χρόνια. Η παρέμβαση, όμως, έφερε ξανά στην επιφάνεια μια δύσκολη πραγματικότητα για τον πρώην πρωθυπουργό.
Το βασικό εργαλείο που σήμερα παρουσιάζεται ως σύμβολο στρέβλωσης του τραπεζικού συστήματος συνδέεται άμεσα με τις αποφάσεις της δικής του κυβέρνησης την περίοδο της μεγάλης τραπεζικής κρίσης.
Κανόνες, όχι συνθήματα
Η απάντηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, ήταν απολύτως θεσμική και οικονομικά τεκμηριωμένη. Δεν μπήκε σε πολιτική αντιπαράθεση ούτε επέλεξε υψηλούς τόνους. Εξήγησε, όμως, ότι η βίαιη κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα θα δημιουργούσε σοβαρό κεφαλαιακό πρόβλημα στις ελληνικές τράπεζες και θα μπορούσε να επηρεάσει την ευστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Με λίγα λόγια, υπενθύμισε ότι οι οικονομίες δεν λειτουργούν με συνθήματα, αλλά με κανόνες, ισολογισμούς και εποπτικές απαιτήσεις.
Η παρέμβαση αυτή είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προήλθε από τον άνθρωπο που βρίσκεται επί δώδεκα χρόνια στο τιμόνι της Τράπεζας της Ελλάδος, έχοντας διαχειριστεί την πιο δύσκολη περίοδο του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Από τα capital controls μέχρι τις ανακεφαλαιοποιήσεις και από τα κόκκινα δάνεια μέχρι την επιστροφή των τραπεζών στην κερδοφορία, ο Στουρνάρας υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ακόμη και όταν οι θέσεις του προκαλούσαν πολιτικές αντιδράσεις.
Η πολιτική ειρωνεία είναι προφανής. Ο ίδιος πολιτικός χώρος που σήμερα εμφανίζεται να καταγγέλλει τον αναβαλλόμενο φόρο ήταν εκείνος που το 2015, μέσα στις δραματικές συνθήκες που δημιούργησε η διαπραγμάτευση εκείνης της περιόδου, επέλεξε να ενισχύσει τον μηχανισμό του αναβαλλόμενου φόρου ώστε να στηριχθεί το τραπεζικό σύστημα μετά την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση.
Η επιλογή εκείνη δεν έγινε από ιδεολογική προτίμηση. Εγινε επειδή δεν υπήρχε άλλος δρόμος για να διατηρηθεί η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών σε μια περίοδο που η χώρα βρισκόταν στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης.
Σήμερα, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να εμφανιστεί ως επικριτής ενός μηχανισμού που αποτέλεσε βασικό εργαλείο της δικής του κυβερνητικής πολιτικής. Πρόκειται για μια αντίφαση που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Πολύ περισσότερο όταν η ίδια περίοδος συνδέθηκε με τις κλειστές τράπεζες, τα capital controls, την επιβολή τρίτου μνημονίου και την ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, η οποία επιβάρυνε σημαντικά την ελληνική οικονομία.
Ο Γιάννης Στουρνάρας, αντίθετα, επέλεξε να σταθεί αποκλειστικά στην ουσία. Υπενθύμισε ότι η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη, τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών και τη συνολική πορεία της οικονομίας. Οι αποφάσεις για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα δεν μπορούν να λαμβάνονται με πολιτικούς όρους ούτε να εξυπηρετούν επικοινωνιακές ανάγκες. Η αξιοπιστία απέναντι στις αγορές, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στους επενδυτές χτίζεται με συνέπεια και όχι με εύκολες εξαγγελίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σήμερα σε εντελώς διαφορετική θέση σε σχέση με το πώς ήταν πριν από λίγα χρόνια. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν περιοριστεί δραστικά, η πρόσβαση στις αγορές έχει αποκατασταθεί, η κερδοφορία έχει επιστρέψει και η πιστοληπτική εικόνα της χώρας έχει βελτιωθεί σημαντικά.
Αυτή η πρόοδος δεν σημαίνει ότι όλα τα προβλήματα έχουν λυθεί. Σημαίνει, όμως, ότι οποιαδήποτε παρέμβαση οφείλει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη δημιουργηθούν νέοι κίνδυνοι. Η συζήτηση για τον αναβαλλόμενο φόρο είναι απολύτως θεμιτή.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια μόνιμη και ιδανική λύση. Ομως η έξοδος από αυτό το καθεστώς απαιτεί χρόνο, σχεδιασμό και συνεννόηση με τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές. Δεν μπορεί να γίνει με μονομερείς πολιτικές εξαγγελίες, ούτε με κινήσεις που θα έθεταν σε αμφισβήτηση την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών.
Διαφύλαξη της αξιοπιστίας
Η δημόσια παρέμβαση του Γιάννη Στουρνάρα είχε τελικά ένα ευρύτερο μήνυμα. Οτι η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να ξαναγυρίσει στις λογικές του 2015. Οτι η αξιοπιστία της χώρας είναι ένα κεφάλαιο που κατακτήθηκε με κόπο και δεν πρέπει να τίθεται σε διακινδύνευση.
Και ότι όσοι επιλέγουν να ασκούν κριτική οφείλουν πρώτα να αναμετρηθούν με τις αποφάσεις που οι ίδιοι έλαβαν όταν είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης. Πάντως, για ακόμη μία φορά, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος επέλεξε να απαντήσει με οικονομικά επιχειρήματα και όχι με πολιτικά συνθήματα.