Από τη Λέσβο, το νησί που στην πολιτική του γεωγραφία ήταν απέναντι….. από τη Μυτιλήνη, ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε χθες να παραδώσει μαθήματα θεσμικής ευπρέπειας.
Μίλησε για κρίση στους θεσμούς, για δημοκρατία που νοσεί και για κυβέρνηση που οδηγεί τη χώρα σε σκοτεινά μονοπάτια. Δήλωσε μάλιστα ότι δεν σκοπεύει να επενδύσει στην πόλωση. Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, υποστήριξε ότι «ποτέ άλλοτε η νύχτα δεν είχε έρθει τόσο κοντά στο Μέγαρο Μαξίμου». Αν αυτό δεν είναι πολιτική πόλωση, τότε τι ακριβώς είναι; Χρειάζεται πράγματι ιδιαίτερη πολιτική αυτοπεποίθηση για να εμφανίζεσαι ως εγγυητής της θεσμικής ομαλότητας, όταν η δική σου πολιτική διαδρομή ταυτίστηκε όσο λίγες με τον διχασμό.
Η υποκρισία γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν θυμηθεί κανείς ποιος μιλά. Ο σημερινός κήρυκας της μετριοπάθειας είναι ο ίδιος πολιτικός που οικοδόμησε την αντιπολιτευτική και κυβερνητική του στρατηγική πάνω στο δίλημμα «ή εμείς ή αυτοί». Είναι ο ίδιος που πρωταγωνίστησε σε μια εποχή όπου κυριαρχούσαν συνθήματα όπως «τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», μετατρέποντας την πολιτική αντιπαράθεση σε κοινωνικό εμφύλιο χαρακωμάτων. Σήμερα ζητά χαμηλούς τόνους από εκείνους που επί χρόνια αντιμετώπιζε ως εχθρούς.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αντίφαση όταν εμφανίζεται ως υπερασπιστής των θεσμών. Αν υπάρχει μια περίοδος που συνδέθηκε όσο καμία άλλη με κατηγορίες περί εξωθεσμικών παρεμβάσεων, αυτή ήταν η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, για τη σημερινή ρητορική του κ. Τσίπρα είναι ότι συγκρούεται με όσα άφησε πίσω του. Πώς μπορεί να μιλά για «γλώσσα μαφιόζων», όταν ο στενότερος συνεργάτης του, Νίκος Παππάς, περιέγραφε το κυβερνητικό κέντρο ως «μαγαζί»; Η λέξη δεν ειπώθηκε σε πολιτική αντιπαράθεση. Ακούστηκε σε καταγεγραμμένη συνομιλία και έγινε σύμβολο μιας αντίληψης που αντιμετώπιζε το κράτος σαν ιδιωτικό χώρο διαχείρισης.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ο Χρήστος Καλογρίτσας είχε υποστηρίξει ενώπιον της Δικαιοσύνης, μέσω των δικηγόρων του και παρουσία του ίδιου, ότι τα τρία εκατομμύρια ευρώ που έλαβε από τον λιβανέζικο κατασκευαστικό όμιλο CCC, προκειμένου να συμμετάσχει στον διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών του 2016, δόθηκαν «υπό τον συντονισμό, την εποπτεία και την καθοδήγηση του White House». Όταν το δικαστήριο ζήτησε να διευκρινιστεί ποιο ήταν το «White House», οι συνήγοροί του απάντησαν ότι επρόκειτο για το Μέγαρο Μαξίμου και τον Νίκο Παππά. Στην ίδια δικογραφία εμφανίζονται ακόμη οι κωδικές ονομασίες «Λευκή Πόρσε» και «Α2», μια ορολογία που προκάλεσε έντονη πολιτική αντιπαράθεση και ενίσχυσε τις καταγγελίες της τότε αντιπολίτευσης περί παρασκηνιακών μηχανισμών γύρω από τον διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών.
Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να συνεχίσει τις περιοδείες του και να εμφανίζεται ως ο νέος προστάτης των θεσμών. Έχει όμως ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με βαρύγδουπες φράσεις ούτε με εύκολες καταγγελίες. Η πολιτική μνήμη δεν σβήνει. Και όσο κι αν επιχειρεί να γράψει μια νέα αφήγηση, το «μαγαζί», η «Λευκή Πόρσε» και όσα σημάδεψαν εκείνη την περίοδο εξακολουθούν να τον ακολουθούν.