Διαχρονική η συμπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα για το άθλιο καθεστώς Μαδούρο.
Η στάση του ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά του Αλέξη Τσίπρα κατά το παρελθόν απέναντι στο καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ιδεολογικής τύφλωσης της σύγχρονης ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Παρά τις αδιάσειστες αποδείξεις για αυταρχισμό, καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκτεταμένη φτώχεια και θεσμική εκτροπή, η τότε ηγεσία της Κουμουνδούρου επέλεξε επανειλημμένα να δείξει συμπάθεια σ’ ένα καθεστώς που ελάχιστη σχέση είχε με τις αξίες της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η Βενεζουέλα του Μαδούρο δεν ήταν απλώς μια χώρα με οικονομικές δυσκολίες. Ήταν ένα κράτος στο οποίο οι εκλογές αμφισβητήθηκαν διεθνώς, η αντιπολίτευση διωκόταν, τα ΜΜΕ φιμώνονταν και εκατομμύρια πολίτες είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη χώρα για να επιβιώσουν. Ο υπερπληθωρισμός, οι ελλείψεις βασικών αγαθών και η κατάρρευση του συστήματος υγείας δεν ήταν «δυτική προπαγάνδα» αλλά πραγματικότητα που καταγράφτηκε από διεθνείς οργανισμούς και ανθρωπιστικές αποστολές.
Κι όμως, για τον ΣΥΡΙΖΑ το καθεστώς Μαδούρο αντιμετωπίστηκε συχνά ως «θύμα του ιμπεριαλισμού» και όχι ως θύτης απέναντι στον ίδιο του τον λαό. Στελέχη και ηγεσία απέφευγαν συστηματικά την ξεκάθαρη καταδίκη της δικτατορικής διολίσθησης της Βενεζουέλας και υιοθετούσαν ένα αφήγημα που μετέθετε όλες τις ευθύνες στις ΗΠΑ και στις διεθνείς κυρώσεις, αγνοώντας τις εσωτερικές αιτίες της καταστροφής.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν βρήκε ποτέ το πολιτικό θάρρος να πει καθαρά ότι ο Μαδούρο ηγείται ενός αυταρχικού καθεστώτος. Η στάση του, ειδικά σε κρίσιμες στιγμές όπως η διεθνής αναγνώριση της εκλογικής νίκης του Χουάν Γκουαϊδό από πολλές δημοκρατικές χώρες, έδειχνε περισσότερο ιδεολογική αλληλεγγύη παρά υπεύθυνη εξωτερική πολιτική.
Για πολλούς πολιτικούς παρατηρητές αυτή η στάση δεν ήταν απλώς λάθος εκτίμηση. Ήταν βαθιά προσβλητική για τους ίδιους τους Βενεζουελάνους που βίωσαν την καταπίεση, τη φτώχεια και την ανασφάλεια. Όταν ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται προοδευτικό κλείνει τα μάτια μπροστά σε πολιτικούς κρατούμενους και παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, τότε ακυρώνει στην πράξη τις αξίες που επικαλείται.
Παράλληλα, η «αγάπη» του ΣΥΡΙΖΑ για το καθεστώς Μαδούρο αποκαλύπτει μια ευρύτερη αντίφαση της ριζοσπαστικής Αριστεράς: την τάση να συγχωρεί αυταρχικά καθεστώτα, αρκεί να αυτοχαρακτηρίζονται αντιαμερικανικά ή σοσιαλιστικά. Η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου φαίνεται να μετατρέπονται σε δευτερεύοντα ζητήματα όταν δεν εξυπηρετούν το ιδεολογικό αφήγημα.
Ενδεικτική είναι η χθεσινή αντίδραση του Αλέξη Τσίπρα για τα τελευταία γεγονότα: «Άλλωστε, ας μη γελιόμαστε, η πραγματική επιδίωξη των ΗΠΑ δεν είναι η ποιότητα της δημοκρατίας στη Βενεζουέλα αλλά ο έλεγχος των πετρελαϊκών κοιτασμάτων».
Οι πολίτες, πάντως, δεν ξεχνούν και την περιβόητη υπόθεση με τις καταγγελίες εναντίον του πρώην πρέσβη της Βενεζουέλας, Φράνκλιν Γκονζάλες, ο οποίος καταδικάστηκε για σεξουαλική κακοποίηση όσο ήταν στην Αθήνα, υπόθεση που πήρε εκρηκτικές διαστάσεις αφού υπάρχει σχετική επιστολή του Αλέξη Τσίπρα προς τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, το 2013, γι’ αυτό το θέμα, συνιστώντας προσοχή για το ενδεχόμενο το θέμα να διαρρεύσει και να πληγεί η… Αριστερά στις δύο χώρες.
Όμως, το 2016, αποκαλύφθηκε το μαρτύριο που βίωσαν επί μήνες πέντε γυναίκες εργαζόμενες στην πρεσβεία της Βενεζουέλας στην Αθήνα κατά την περίοδο 2012-2013. Μάλιστα, ανάμεσα στα θύματα ήταν και κόρη στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ που διετέλεσε και υπουργός.
Ωστόσο, ο Τσίπρας διαβεβαίωνε ότι το θέμα το χειρίζονται με ωριμότητα οι υπάλληλοι της πρεσβείας και ζητούσε τη συμβουλή του προέδρου της Βενεζουέλας για το ενδεχόμενο δημοσιοποίησης του θέματος από τα συστημικά, όπως έλεγε, μέσα ενημέρωσης…
Και κλάμα τα... «ορφανά»
Μια μικρή συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε το απόγευμα του Σαββάτου έξω από την πρεσβεία των ΗΠΑ, με συμμετέχοντες άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως πολιτικοί ακτιβιστές της Αριστεράς, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, κρατούσαν και παλαιστινιακές σημαίες.
Οι επικριτές της κινητοποίησης έκαναν λόγο για «ορφανά του Μαδούρο», όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει όσους εξακολουθούν να εκφράζουν συμπάθεια ή ανοχή προς το βάναυσο καθεστώς της Βενεζουέλας.
Πάντως, η άκριτη επίκληση συμβόλων και η εξιδανίκευση καθεστώτων που κατηγορούνται για αυταρχισμό αποδυναμώνει τη σοβαρότητα των αιτημάτων και απομακρύνει τον νηφάλιο διάλογο
Σε κάθε περίπτωση, τέτοιους είδους διαμαρτυρίες αναδεικνύουν τις αντιφάσεις και τις μετατοπίσεις του σύγχρονου αριστερού ακτιβισμού στη χώρα. Φυσικά και οι πάντες έχουν δικαίωμα στη διαμαρτυρία, αρκεί, για λόγους πολιτικής τάξης, αυτή να συνοδεύεται από αυτοκριτική για όσους υπερασπίζονται. Αλλιώς κινδυνεύουν να γίνουν υπερασπιστές ενός ανελεύθερου συστήματος, ίσως για όχι και τόσο… άδολους ιδεολογικούς λόγους.
Άλλωστε, δεν είναι λίγα τα δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο –και όχι μόνο– για «στενές σχέσεις» του καθεστώτος Μαδούρο με ομάδες και πρόσωπα της Αριστεράς, γι’ αυτό και πολλοί πιστεύουν ότι όσα θα αρχίσουν να διαρρέουν θα προκαλέσουν πολιτικό σεισμό.

