Τα κακά δημοσκοπικά μαντάτα δεν είναι μόνο τα χαμηλά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ στην πρόθεση ψήφου αλλά κυρίως ότι οι δικοί τους ψηφοφόροι δεν «βλέπουν» τον Ανδρουλάκη ως μελλοντικό πρωθυπουργό.
Υπήρξε μια εποχή που το ΠΑΣΟΚ καθόριζε τις πολιτικές εξελίξεις. Ήταν το κόμμα που κυβερνούσε, που διαμόρφωνε ατζέντα, που διεκδικούσε την εξουσία με αξιώσεις και συγκινούσε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Και όσο κι αν ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί να παρουσιάσει μια εναλλακτική πραγματικότητα, τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων είναι αμείλικτα.
Το πιο ανησυχητικό για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ δεν είναι μόνο τα ποσοστά του κόμματος. Είναι η προσωπική του αποδοχή. Σε όλες σχεδόν τις μετρήσεις των τελευταίων μηνών, με πιο πρόσφατη εκείνη της Marc, καταγράφεται ένα πολιτικά εκκωφαντικό εύρημα: μόλις ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους του ίδιου του ΠΑΣΟΚ τον θεωρεί καταλληλότερο για πρωθυπουργό.
Πρόκειται για ποσοστό που δεν συνιστά απλώς αδυναμία διεύρυνσης προς την κοινωνία. Αποτελεί ένδειξη κρίσης εμπιστοσύνης ακόμη και μέσα στην ίδια του την εκλογική βάση. Οταν οι ψηφοφόροι σου δεν μπορούν να σε δουν ως πιθανό πρωθυπουργό, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Σε στασιμότητα
Ο Νίκος Ανδρουλάκης ανέλαβε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ με την υπόσχεση της ανανέωσης και της επανεκκίνησης. Κάποια στιγμή το κόμμα έδειχνε σημάδια ανάκαμψης και φάνηκε πως ο ίδιος μπορούσε να το επαναφέρει σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ωστόσο, αντί να κεφαλαιοποιήσει την όποια φθορά της κυβέρνησης και την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, κατάφερε το ακριβώς αντίθετο: να οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ σε πολιτική στασιμότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις σε εμφανή υποχώρηση.
Η εικόνα που εκπέμπει εδώ και μήνες ο Ν. Ανδρουλάκης είναι αυτή ενός πολιτικού που βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση εκνευρισμού. Αντί να πείθει, καταγγέλλει. Αντί να παρουσιάζει συνεκτικό κυβερνητικό σχέδιο, επιτίθεται. Αντί να απαντά στα ερωτήματα που θέτουν οι πολίτες, αναζητεί διαρκώς εξωτερικούς υπεύθυνους για τα προβλήματά του.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται το γνωστό μοτίβο: για όλα φταίνε οι δημοσκοπήσεις και οι δημοσκόποι. Όταν μια μέτρηση είναι δυσάρεστη, αμφισβητείται. Όταν μια δεύτερη επιβεβαιώνει την πρώτη, αμφισβητείται και εκείνη. Όταν μια τρίτη και μια τέταρτη δείχνουν τα ίδια πράγματα, τότε ξεκινά η συζήτηση περί «χειραγώγησης» ή «κατασκευής κλίματος».
Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δεν δημιουργούν πολιτική πραγματικότητα. Την καταγράφουν. Και η πραγματικότητα σήμερα λέει ότι το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να πείσει πως έχει εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Λέει ότι ο αρχηγός του δεν καταφέρνει να εμπνεύσει ούτε τους δικούς του ψηφοφόρους. Λέει ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν βλέπουν στο πρόσωπό του έναν μελλοντικό πρωθυπουργό.
Ακόμη πιο ανησυχητικό για τη Χαριλάου Τρικούπη είναι ότι το πολιτικό περιβάλλον γίνεται ολοένα πιο ανταγωνιστικό. Η παρουσία νέων πολιτικών σχηματισμών, οι κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα, η δυναμική που επιχειρεί να αναπτύξει η Μαρία Καρυστιανού αλλά και η παρουσία της Ζωής Κωνσταντοπούλου, δημιουργούν νέα δεδομένα στον χώρο της αντιπολίτευσης. Σε ένα τέτοιο σκηνικό, το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δεν ανεβαίνει, αλλά δείχνει να κινδυνεύει να συμπιεστεί ακόμη περισσότερο.
Γι’ αυτό και στους πολιτικούς διαδρόμους ακούγεται όλο και πιο συχνά μια συζήτηση που μέχρι πριν από λίγους μήνες θεωρούνταν ταμπού: μπορεί το ΠΑΣΟΚ να πάει στις εθνικές εκλογές με άλλον αρχηγό;
Κανείς δεν το λέει δημόσια. Πολλοί όμως το συζητούν ιδιωτικά. Γιατί βλέπουν ότι όσο πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση τόσο μεγαλώνει η αμφιβολία για το αν ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι ικανός να οδηγήσει το κόμμα σε νικηφόρα πορεία. Και στην πολιτική, όταν αρχίζει να αμφισβητείται η εκλογική αποτελεσματικότητα ενός αρχηγού, η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει.
Βλέπουν συνωμοσίες παντού
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ είναι ότι δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της κρίσης.
Συμπεριφέρεται σαν το κόμμα να βρίσκεται σε ανοδική τροχιά, ενώ τα δεδομένα δείχνουν στασιμότητα. Δείχνει θυμό εκεί που απαιτείται αυτοκριτική. Επιλέγει τη σύγκρουση εκεί που απαιτείται πολιτικό σχέδιο. Και κυρίως δείχνει να πιστεύει ότι για τη δυσμενή εικόνα ευθύνονται όλοι οι άλλοι εκτός από τον ίδιο.
Το ΠΑΣΟΚ δεν κινδυνεύει από τις δημοσκοπήσεις. Κινδυνεύει επειδή αδυνατεί να πείσει ότι διαθέτει ηγεσία ικανή να εκφράσει μια πλειοψηφική κοινωνική πρόταση. Και όσο ο Νίκος Ανδρουλάκης συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα δυσάρεστα ευρήματα των μετρήσεων ως εχθρική συνωμοσία αντί για καμπανάκι κινδύνου, τόσο η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και στην πραγματικότητα θα μεγαλώνει.
Εν τέλει αυτό που μετρά δεν είναι πόσο θυμωμένος είναι ένας αρχηγός, αλλά πόσοι πολίτες είναι διατεθειμένοι να τον ακολουθήσουν. Σήμερα, τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πρόβλημα του Νίκου Ανδρουλάκη, που μοιάζει να βρίσκεται εγκλωβισμένος σε έναν πολιτικό καθρέφτη όπου όλα φταίνε εκτός από τον ίδιο: οι δημοσκόποι, τα ΜΜΕ, οι αντίπαλοι, οι συγκυρίες.
Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: το ΠΑΣΟΚ δεν χάνει τη δυναμική του επειδή το υποτιμούν οι άλλοι, αλλά επειδή αδυνατεί να πείσει ότι διαθέτει ηγεσία με κυβερνητικό εκτόπισμα. ένας αρχηγός που δεν εμπνέει ούτε το σύνολο των δικών του ψηφοφόρων δύσκολα μπορεί να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη ολόκληρης της κοινωνίας.