Ο κ. Ανδρουλάκης επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η τοξικότητα τείνει να γίνει δεύτερη φύση του.
Τα νεύρα και η δημοσκοπική στασιμότητα φαίνεται πως δημιουργούν πλέον ένα σαφές πολιτικό ζήτημα για τον Νίκο Ανδρουλάκη, ο οποίος μέσα στον πανικό που τον διακατέχει δείχνει να ξεπερνά τα όρια. Και μάλιστα να θυμίζει προκατόχους του άλλων εποχών!
Με λίγα λόγια, η πίεση των χαμηλών επιδόσεων, η αδυναμία διαμόρφωσης πειστικού κυβερνητικού αφηγήματος και η απουσία δυναμικής ανόδου καθορίζουν ουσιαστικά και τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να αντιπαρατεθεί πολιτικά. Η πρόσφατη συνέντευξή του στην τηλεόραση του Alpha αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής μετατόπισης σε έναν λαϊκισμό και μια ρητορική που θα ζήλευαν κόμματα τα οποία σήμερα (ευτυχώς) δεν βρίσκονται στη Βουλή.
Ειδικότερα, μιλώντας για το ζήτημα των επισυνδέσεων, υπογράμμισε ότι «όλα αυτά περιγράφουν μια εκτροπή. Ο κ. Μητσοτάκης είναι πρωθυπουργός των εκτροπών, πιστός στις παραδόσεις της οικογένειάς του». Σε αυτή τη μία πρόταση συμπυκνώνεται ολόκληρη η στρατηγική του προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Διότι η αναφορά σε «παραδόσεις της οικογένειας» δεν αφορά μόνο τον σημερινό πρωθυπουργό. Αγγίζει ευθέως και τον εκλιπόντα Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, μετατρέποντας την πολιτική κριτική σε συνολική απαξίωση μιας οικογενειακής και ιστορικής διαδρομής. Και εδώ ο κ. Ανδρουλάκης επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η τοξικότητα τείνει να γίνει δεύτερη φύση του. Θυμίζουμε δε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δεχτεί αντίστοιχες επιθέσεις και για άλλα συγγενικά του πρόσωπα, όπως π.χ. για τη σύζυγό του.
Για την ιστορία, ο κ. Τσίπρας, που υιοθέτησε μια τέτοια στρατηγική, αναφέρει στο βιβλίο του εν είδει ενός ιδιότυπου «mea culpa»: «Το δεύτερο ήταν ότι μας παρέσυρε σε λάθη. Σε κατάσταση πολιορκίας και υπό το κράτος της οργής, υιοθετήσαμε μια τακτική ανάδειξης σκανδάλων, που αφορούσαν όχι μόνο τον Μητσοτάκη αλλά και την επιχειρηματική δραστηριότητα της συζύγου του»!
Σε κάθε περίπτωση, η επίθεση Ανδρουλάκη δεν αποτελεί την πρώτη φορά που η ελληνική πολιτική σκηνή βλέπει τέτοιου είδους πρακτικές. Ο αυριανισμός της δεκαετίας του ’80 στηρίχθηκε ακριβώς στη λογική προσωπικών επιθέσεων, υπαινιγμών, γενικεύσεων και μιας διαρκούς προσπάθειας δημιουργίας εντυπώσεων μέσα από την υπερβολή. Η διαφορά είναι ότι σήμερα μια κοινωνία που έχει περάσει πολλαπλές κρίσεις και έχει αντιμετωπίσει τέτοια φαινόμενα, δεν… τσιμπάει. Και αυτό φαίνεται καθαρά στα δημοσκοπικά δεδομένα.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν καταφέρνει να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την αντιπολιτευτική του στάση, ενώ δεν έχει διδαχθεί τίποτα (προφανώς) από την περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα. Αντίθετα, παραμένει εγκλωβισμένος σε χαμηλά ποσοστά, με τη «βελόνα» να κινείται οριακά. Στο ερώτημα της καταλληλότητας για πρωθυπουργός, οι επιδόσεις του παραμένουν περιορισμένες, ενώ σε ορισμένες μετρήσεις τον προσπερνούν ακόμη και πολιτικοί όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου ή ο Κυριάκος Βελόπουλος. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι όταν τα ονόματα αφαιρούνται από τις μετρήσεις, η θέση του υποχωρεί περαιτέρω. Και την ίδια στιγμή, η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα –ακόμη και χωρίς ενεργό κομματικό φορέα– λειτουργεί ως παράγοντας πίεσης. Το ενδεχόμενο επανενεργοποίησής του στον πολιτικό χώρο δημιουργεί ένα επιπλέον άγχος στο ΠΑΣΟΚ, καθώς απειλεί να απορροφήσει τμήμα του εκλογικού ακροατηρίου που επιχειρεί να προσεγγίσει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ανεπιτυχής στρατηγική
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή της τοξικότητας μοιάζει περισσότερο με αντίδραση πανικού παρά με στρατηγική. Αντί να διαμορφώνει ένα συνεκτικό πρόγραμμα και να απαντά στα ζητήματα της καθημερινότητας, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δείχνει να επενδύει σε μια ρητορική που δεν παράγει πολιτικό αποτέλεσμα και η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα καταδικάστηκε σε πολλαπλές εκλογικές μάχες.
Υπάρχει, τέλος, όπως υπογραμμίζουν έμπειροι πολιτικοί παρατηρητές, και μια κρίσιμη παράμετρος που αφορά τα όρια του δημόσιου λόγου. Η επίκληση «οικογενειακών παραδόσεων» είναι μια πολιτική επιλογή που ανοίγει συζήτηση για το επίπεδο της αντιπαράθεσης και για το κατά πόσο αυτή μπορεί να παραμένει εντός θεσμικών πλαισίων.
Τελικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πως η πίεση των δημοσκοπήσεων και η αδυναμία πολιτικής διεύρυνσης (αντ’ αυτής, φεύγουν και ιστορικά στελέχη όπως ο κ. Καστανίδης) οδηγούν σε μια όλο και πιο επιθετική ρητορική. Ομως, η τοξικότητα δεν δημιουργεί πλειοψηφίες, αλλά σαφή πολιτικά αδιέξοδα για τον Νίκο Ανδρουλάκη και το κόμμα του.