Η σύγκρουση του Νίκου Ανδρουλάκη με τον Χάρη Καστανίδη δεν είναι απλώς ένα ακόμη εσωκομματικό επεισόδιο.

Είναι σύμπτωμα βαθιάς πολιτικής παρακμής μιας παράταξης που κάποτε όριζε την ατζέντα και σήμερα δείχνει να φοβάται ακόμη και τον ίδιο της τον εαυτό. Το ΠΑΣΟΚ, που γεννήθηκε ως φορέας ρήξης και κοινωνικής κινητικότητας, μοιάζει να έχει μετατραπεί σε μηχανισμό ελέγχου και αποκλεισμών. Οι καταγγελίες Καστανίδη ότι από την ηγεσία «απειλούσαν μέχρι και οργανώσεις για να μην τον προσκαλούν ως ομιλητή» δεν είναι απλώς βαριές. Είναι εκκωφαντικές. Και ακόμη πιο εκκωφαντική είναι η σιωπή εκείνων που καταγγέλλει. Διότι δεν μιλάμε για έναν «αντάρτη» της τελευταίας στιγμής, ούτε μπορεί εύκολα να κατηγοριοποιηθεί ως «περιθωριακός». Μιλάμε για έναν πολιτικό που υπηρέτησε την παράταξη σε κρίσιμες στιγμές και ταυτίστηκε με δύσκολες επιλογές. Όταν ένα τέτοιο στέλεχος καταγγέλλει πρακτικές αποκλεισμού, το ζήτημα δεν είναι προσωπικό. Είναι θεσμικό. Είναι πολιτικό. Είναι βαθιά υπαρξιακό.

Η ηγεσία Ανδρουλάκη φαίνεται να επιλέγει τον δρόμο της περιχαράκωσης. Αντί για άνοιγμα, έλεγχος. Αντί για διάλογο, φίμωση. Αντί για πολιτική αντιπαράθεση, υπόγειες πιέσεις. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο: όχι ότι υπάρχουν –υγιείς– διαφωνίες, αλλά ότι η διαχείρισή τους παραπέμπει σε κόμμα που φοβάται την ίδια του τη βάση.

Η Θεσσαλονίκη, διαχρονικά πεδίο πολιτικής ζύμωσης και έντασης, αλλά και εκλογική περιφέρεια τόσο του Χ. Καστανίδη όσο και τελευταίως του Ν. Ανδρουλάκη,«βράζει» όχι επειδή υπάρχει έντονος διάλογος γύρω από τις εξελίξεις, αλλά επειδή αυτός ο διάλογος επιχειρείται να κατασταλεί. Και όταν η πολιτική ένταση μετατρέπεται σε εσωτερική καταστολή, τότε το πρόβλημα παύει να είναι συγκυριακό. Γίνεται δομικό.

Το ερώτημα είναι απλό και αμείλικτο: Τι φοβάται το ΠΑΣΟΚ; Φοβάται τον Καστανίδη; Ή φοβάται την εικόνα του στον καθρέφτη; Διότι η αντίδραση της ηγεσίας δείχνει περισσότερο ανασφάλεια παρά αυτοπεποίθηση. Ενα κόμμα που πιστεύει στην επίσημη γραμμή δεν έχει λόγο να αποκλείει φωνές. Τις αντιμετωπίζει πολιτικά. Δεν τις «εξαφανίζει». Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η κατάντια ενός κόμματος που δεν μοιάζει πια να διεκδικεί την επιστροφή του ως βασικός πόλος εξουσίας, αλλά με μηχανισμό διαχείρισης εσωτερικών ισορροπιών. Με ένα σύστημα που ενδιαφέρεται περισσότερο να ελέγξει ποιος θα μιλήσει σε μια εκδήλωση, παρά να πείσει την κοινωνία για το τι πρεσβεύει.

Ο Καστανίδης, με τη δημόσια τοποθέτησή του, δεν πλήττει απλώς την ηγεσία. Ξεγυμνώνει μια νοοτροπία. Μια αντίληψη που θέλει το κόμμα κλειστό, ελεγχόμενο, «ασφαλές» από ενοχλητικές φωνές. Αλλά η πολιτική δεν είναι αποστειρωμένο περιβάλλον. Είναι σύγκρουση, είναι ρίσκο, είναι αντιπαράθεση. Και όποιος προσπαθεί να τα αποφύγει, καταλήγει να αποφεύγει την ίδια την πολιτική. Ακόμη πιο προβληματικό είναι το μήνυμα προς τη βάση ότι η διαφορετική άποψη δεν είναι καλοδεχούμενη, ότι η συμμετοχή έχει όρια και ότι η εσωκομματική δημοκρατία είναι διακοσμητική. Και αυτό, σε μια εποχή που τα κόμματα παλεύουν να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, είναι αυτοκτονικό. Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση γύρω από το ΠΑΣΟΚ περιστρέφεται ολοένα και λιγότερο γύρω από τις θέσεις του και ολοένα και περισσότερο γύρω από τις εσωτερικές του εντάσεις. Η πολιτική του ταυτότητα θολώνει, ενώ οι εσωτερικές συγκρούσεις γίνονται η μοναδική «είδηση» που παράγει. Και κάπου εδώ προκύπτει το μεγάλο αδιέξοδο: ένα κόμμα που επικαλούμενο την ανανέωση θέλει να εμφανιστεί ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας, τελικά συμπεριφέρεται σαν φοβικός μηχανισμός διαχείρισης που αναπαράγει τις πιο παλιές και ξεπερασμένες πρακτικές.

Φθορά με βάθος

Αν η ηγεσία Ανδρουλάκη δεν αντιληφθεί το βάθος του προβλήματος, τότε η φθορά δεν θα είναι μόνο εσωκομματική. Θα είναι συνολική. Διότι οι πολίτες δεν αναζητούν κόμματα που φοβούνται τις φωνές. Αναζητούν κόμματα που μπορούν να τις αντέξουν. Και σήμερα, το ΠΑΣΟΚ δείχνει ότι δεν μπορεί.Η υπόθεση Καστανίδη δεν είναι μια παραφωνία που θα ξεχαστεί. Είναι το σημείο καμπής που αποκαλύπτει τι πραγματικά έχει απομείνει από ένα κόμμα που κάποτε σήκωνε σημαίες ρήξης και σήμερα δείχνει να σηκώνει τείχη σιωπής.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν κρίνεται πια από τις προθέσεις του, αλλά από τα αποτελέσματα των επιλογών του. Και το αποτέλεσμα είναι ένα: το ΠΑΣΟΚ μικραίνει, αμύνεται, κλείνεται στον εαυτό του. Η εσωκομματική φίμωση δεν είναι τακτική – είναι ομολογία αδυναμίας. Και η αδυναμία στην πολιτική δεν συγχωρείται. Γιατί στο τέλος της ημέρας, τα κόμματα δεν πεθαίνουν από τις διαφωνίες. Πεθαίνουν από τον φόβο. Και αυτός ο φόβος σήμερα είναι πιο εμφανής από ποτέ.