Έως 800 εκατ. ευρώ η πρόσθετη επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σωρευτικά για το 2026-2027.

Σε μια περίοδο που τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις παλεύουν ήδη με ένα πολυμετωπικό κύμα ακρίβειας, κυρίως λόγω των συνεχιζόμενων διεθνών κρίσεων, το κόστος του χρήματος έρχεται να προσθέσει ακόμα ένα δυσβάσταχτο βάρος.

Η νέα απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει το βασικό επιτόκιο από το 2,25% στο 2,5% δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής στη Φρανκφούρτη. Μεταφράζεται σε άμεση, απτή οικονομική επιβάρυνση για όσους διατηρούν ανοιχτά δάνεια, απειλώντας να φουσκώσει τους μηνιαίους προϋπολογισμούς σε μια στιγμή που τα περιθώρια αντοχής έχουν ήδη εξαντληθεί.

Οι ανατιμήσεις στα καύσιμα αναζωπυρώνονται από τις διεθνείς πολεμικές συρράξεις, η ακρίβεια στα τρόφιμα επιμένει λόγω των συνεπειών της κλιματικής κρίσης στην παραγωγή, ενώ το κόστος στέγασης διατηρείται σε δυσθεώρητα ύψη, τροφοδοτούμενο και από την ισχυρή ζήτηση από το εξωτερικό.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η καθαρή επιβάρυνση στις πληρωμές τόκων για τη φετινή χρονιά υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσει τα 110 εκατομμύρια ευρώ, ως αποτέλεσμα των δύο διαδοχικών αυξήσεων. Ανάλογα όμως με τη διαδρομή που θα ακολουθήσει η ΕΚΤ το επόμενο δωδεκάμηνο, το συνολικό πρόσθετο κόστος για τη διετία 2026-2027 εκτιμάται ότι θα κυμανθεί από 660 έως και 800 εκατομμύρια ευρώ.

Η πίεση σε τράπεζες και επιχειρήσεις

Οι αριθμοί των μεγάλων ελληνικών τραπεζών αποτυπώνουν ανάγλυφα την πραγματικότητα. Κάθε άνοδος των επιτοκίων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες προσθέτει ετησίως 147,5 εκατομμύρια ευρώ στα καθαρά έσοδα των ιδρυμάτων από τόκους -ποσό που αφαιρείται απευθείας από την αγορά.

Παράλληλα, τα μηνύματα από τις προθεσμιακές αγορές δείχνουν ότι ο κύκλος των αυξήσεων δεν έχει κλείσει. Οι πιθανότητες για νέα άνοδο τον Οκτώβριο προσεγγίζουν το 50%, ενώ η προοπτική τουλάχιστον μίας ακόμη αύξησης έως τον Δεκέμβριο θεωρείται σχεδόν βέβαιη.

Η πίεση αυτή διαχέεται σε όλο το φάσμα της οικονομίας. Στον επιχειρηματικό ιστό, η συντριπτική πλειονότητα των δανείων, τα υπόλοιπα των οποίων αγγίζουν τα 83,75 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι απευθείας συνδεδεμένη με το Euribor. Η σταδιακή άνοδος των δεικτών αναφοράς μετατρέπεται αυτόματα σε αυξημένο κόστος χρηματοδότησης, περιορίζοντας τη ρευστότητα και την επενδυτική δυναμική των επιχειρήσεων.

Την ίδια στιγμή, στην αγορά των κρατικών ομολόγων καταγράφονται επίσης ανοδικές τάσεις στις αποδόσεις, αν και η επίπτωση στα δημόσια οικονομικά συγκρατείται προς το παρόν χάρη στο μακροπρόθεσμο προφίλ του ελληνικού χρέους και γενικότερα της καλής εικόνας της οικονομίας.

Το βάρος στα νοικοκυριά

Οσον αφορά τα νοικοκυριά, το μεγαλύτερο βάρος εντοπίζεται στα στεγαστικά δάνεια, η συνολική αξία των οποίων φτάνει τα 25,55 δισεκατομμύρια ευρώ. Η διοίκηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υπεραμύνθηκε της απόφασής της, χαρακτηρίζοντάς την ουσιαστικά επιβεβλημένη από τα δεδομένα.

Αν και οι επιδόσεις της Ευρωζώνης στην ανάπτυξη εμφανίζονται ελαφρώς βελτιωμένες, οι αναθεωρημένες προβλέψεις δείχνουν επιδείνωση στο μέτωπο του πληθωρισμού, κυρίως εξαιτίας των ενεργειακών αναταράξεων. Με την Κριστίν Λαγκάρντ να διαμηνύει ότι οι επόμενες κινήσεις θα εξαρτώνται από τα εκάστοτε μακροοικονομικά στοιχεία, κατέστησε έμμεσα σαφές ότι η αβεβαιότητα παραμένει ο μόνος σταθερός παράγοντας. Για τους δανειολήπτες και τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα, αυτό σημαίνει πως ο δρόμος της προσαρμογής στα νέα δεδομένα του κόστους χρήματος θα είναι μακρύς και απαιτητικός.

Εφιάλτης η θέρμανση τον φετινό χειμώνα

Στα ύψη και οι τιμές των καυσίμων κίνησης, χωρίς να έχουν περάσει ακόμη πλήρως στη λιανική οι τελευταίες ανατιμήσεις της διεθνούς αγοράς.

Σε τριπλό μέτωπο πίεσης εισέρχεται η ελληνική οικονομία ενόψει του χειμώνα, καθώς, λόγω της διεθνούς κατάστασης, το νέο κύμα ακρίβειας απειλεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τα βλέμματα όλων στρέφονται πλέον στον Οκτώβριο και στην έναρξη της περιόδου θέρμανσης, καθώς η πορεία των διεθνών τιμών της ενέργειας θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το ύψος του λογαριασμού του φετινού χειμώνα.

Το διεθνές ενεργειακό σοκ που πυροδότησε η αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και οι κινήσεις των Χούθι καθιστά πολυτέλεια τον σχεδιασμό για μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας σε ορίζοντα τριετίας και αύξηση του επιδόματος θέρμανσης από το 2027, και υποχρεώνει στην αναζήτηση πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου για άμεσα μέτρα στήριξης, προκειμένου να ελαφρυνθούν τα νοικοκυριά, αλλά και να αποτραπεί η διάχυση της ενεργειακής κρίσης στην πραγματική οικονομία.

Οι τιμές των καυσίμων κίνησης παραμένουν σταθερά πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο, χωρίς, μάλιστα, να έχουν περάσει ακόμη πλήρως στη λιανική οι τελευταίες ανατιμήσεις της διεθνούς αγοράς. Παρά τις σημαντικές επιδοτήσεις από την κυβέρνηση, οι καταναλωτές πληρώνουν σήμερα τη βενζίνη κατά 20,7% ακριβότερα σε σχέση με την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, ενώ στο ντίζελ κίνησης η αντίστοιχη αύξηση φθάνει το 32,3%.

Παράλληλα, η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης φτάνει τα 2,11 ευρώ –με τα Δωδεκάνησα να αγγίζουν τα 2,229 ευρώ–, την ώρα που το πετρέλαιο θέρμανσης αναμένεται να ξεκινήσει από τα 1,81 ευρώ το λίτρο, καταγράφοντας εκτίναξη 65% σε σχέση με τα 1,096 ευρώ της περσινής χρονιάς.

Την ίδια στιγμή, η μέση τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας εκτινάχθηκε στα 158,76 ευρώ ανά μεγαβατώρα τον Σεπτέμβριο, ενώ το Brent ξεπέρασε τα 105 δολάρια, συμπαρασύροντας τον πληθωρισμό Αυγούστου στο 3,8%.