Οι αυταπάτες Ανδρουλάκη-Τσίπρα με την άκριτη εισαγωγή ξεπερασμένων σοσιαλιστικών μοντέλων κάνουν σαφές ότι για τη χώρα μας η διακυβέρνηση από μια σύγχρονη φιλελεύθερη Κεντροδεξιά είναι μονόδρομος.
«Αλλάξτε, αλλάξτε τον τρόπο σκέψης, όλα αλλάζουν σε αυτόν τον κόσμο», τραγουδούσε η εμβληματική Mercedes Sosa, υπενθυμίζοντας ότι η δυναμική προσαρμοστικότητα αποτελεί τον πυρήνα της πολιτικής και κοινωνικής επιβίωσης.
Στην ελληνική πολιτική σκηνή, ωστόσο, οι ιδεολογικές σταθερές της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς μοιάζουν συχνά εγκλωβισμένες σε μια διαρκή αναζήτηση εξωτερικών προτύπων. Εδώ και χρόνια, ο Ισπανός πρωθυπουργός, Πέδρο Σάντσεθ, έχει καθιερωθεί από τον εγχώριο προοδευτικό χώρο ως το απόλυτο μοντέλο εφαρμόσιμης διακυβέρνησης. Από την περίοδο της διακυβέρνησης και της μετέπειτα αντιπολίτευσης του Αλέξη Τσίπρα, μέχρι τις πρόσφατες πρωτοβουλίες του Νίκου Ανδρουλάκη, το «ισπανικό μοντέλο» επιστρατεύεται συστηματικά ως η μαγική φόρμουλα για την ανατροπή των συσχετισμών και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Απέλπιδα προσπάθεια
Στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία, η ανάγκη αυτή έχει γίνει ακόμη πιο επιτακτική για την επιβίωση του χώρου. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να βρίσκεται σε μια παρατεταμένη τροχιά εσωστρέφειας, διασπάσεων και προϊούσας αποσύνθεσης, την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα να φαίνεται ότι βρήκε το «ιερό δισκοπότηρο» της Κεντροαριστεράς και το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη να επιχειρεί να επανεμφανιστεί ως αξιόπιστος αντίπαλος της ΝΔ.
Σε αυτήν την προσπάθεια, ο κ. Ανδρουλάκης επιδιώκει να εμφανιστεί μεταρρυθμιστής ευρωπαϊκού τύπου, ικανός να διαχειριστεί τις τύχες της χώρας. Η ρητορική και στρατηγική του ταύτιση με τον Σάντσεθ δεν αποτελεί θεωρητική αναφορά, αλλά μια συνειδητή πολιτική επιλογή ανάκτησης της χαμένης κυβερνητικής προοπτικής.
Η επίκληση του ισπανικού μοντέλου από την ελληνική σοσιαλδημοκρατία γίνεται άμεσα ορατή σε δύο κρίσιμα πεδία της καθημερινότητας: τη στεγαστική κρίση και την ακρίβεια. Στο πιεστικό ζήτημα της στέγασης, το ΠΑΣΟΚ έχει αναδείξει τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Σάντσεθ για την κοινωνική κατοικία ως το κορυφαίο παράδειγμα προς μίμηση. Ο κ. Ανδρουλάκης προτείνει συστηματικά τη δημιουργία μιας μεγάλης δημόσιας δεξαμενής κοινωνικών κατοικιών μέσω νέας κατασκευής και ανακαίνισης, καθώς και την επιβολή αυστηρών περιορισμών στις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb, αντιγράφοντας τα νομοθετικά μέτρα που εφαρμόστηκαν στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη.
Αντίστοιχα, στο κρίσιμο μέτωπο της ακρίβειας, το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιεί το λεγόμενο «ιβηρικό μοντέλο» ως το βασικό του επιχείρημα για τη μείωση των έμμεσων φόρων. Η απόφαση του Πέδρο Σάντσεθ να μηδενίσει ή να μειώσει δραστικά τον ΦΠΑ σε βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης και διατροφής αποτέλεσε την κεντρική σημαία της αντιπολιτευτικής τακτικής του Νίκου Ανδρουλάκη. Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ κατηγορεί σταθερά την ελληνική κυβέρνηση για δογματική άρνηση υιοθέτησης μιας δοκιμασμένης ευρωπαϊκής λύσης που ανακουφίζει άμεσα τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.
Εκτός πραγματικότητας
Ωστόσο, μια βαθύτερη αναλυτική προσέγγιση αποκαλύπτει ότι αυτή η μηχανιστική μεταφορά έτοιμων πολιτικών παραγνωρίζει τις χαώδεις δομικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών, ενώ αγνοεί την ίδια την πραγματικότητα: το «πείραμα» του ΦΠΑ τελικά δεν απέδωσε στην Ισπανία. Η προσωρινή μείωση των συντελεστών απορροφήθηκε γρήγορα από την εφοδιαστική αλυσίδα και τα μεσάζοντα δίκτυα διανομής, αφήνοντας τις τελικές τιμές στα ράφια ουσιαστικά ανεπηρέαστες για τον καταναλωτή, ενώ ταυτόχρονα προκάλεσε σοβαρή αιμορραγία στα κρατικά έσοδα.
Στην Ελλάδα, η διάρθρωση της οικονομίας, η φοροδιαφυγή –αν και μειούμενη– και η εξάρτηση από την έμμεση φορολογία καθιστούν τέτοια μέτρα ακόμη πιο επίφοβα για τη μακροοικονομική σταθερότητα. Παράλληλα, η στεγαστική πολιτική της Ισπανίας βασίστηκε σε προϋπάρχοντα, ισχυρά θεσμικά εργαλεία, τα οποία στην Ελλάδα της μεταμνημονιακής εποχής είτε απουσιάζουν παντελώς είτε υπολειτουργούν απελπιστικά.
Το κυριότερο, όμως, έλλειμμα αυτής της πολιτικής ταύτισης εντοπίζεται στο πεδίο της πολιτικής κουλτούρας και των συμμαχιών. Ο Πέδρο Σάντσεθ κατάφερε να κυβερνήσει επειδή ηγήθηκε μιας πολυκομματικής συμμαχίας, συνενώνοντας τη ριζοσπαστική Αριστερά των Podemos και των Sumar, τους Πράσινους, ακόμη και περιφερειακά εθνικιστικά κόμματα. Αυτό το μοντέλο «συνασπισμού των προοδευτικών δυνάμεων» ήταν το όραμα που προσπάθησε να υπηρετήσει ο Αλέξης Τσίπρας μέσω της καθιέρωσης της απλής αναλογικής, το οποίο όμως προσέκρουσε στην ιστορική καχυποψία και την άρνηση των υπολοίπων κομμάτων.
Σήμερα, ο Νίκος Ανδρουλάκης χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Σάντσεθ με έναν σχεδόν αντίστροφο τρόπο. Ενώ επικαλείται το προοδευτικό κυβερνητικό του έργο, η πραγματική στρατηγική του στοχεύει αποκλειστικά στην αυτόνομη άνοδο του ΠΑΣΟΚ και στην πολιτική απορρόφηση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, αποφεύγοντας συστηματικά κάθε ουσιαστική συζήτηση για τη δημιουργία ενός ευρύτερου προοδευτικού μετώπου.
Η επιμονή της Κεντροαριστεράς να αναζητεί έτοιμα πολιτικά «πατρόν» από το εξωτερικό προδίδει, εν τέλει, την απουσία ενός αυθεντικού, εγχώριου αφηγήματος. Ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας βλέπουν στον Σάντσεθ ένα βολικό αφήγημα των δικών τους τακτικών επιδιώξεων και εσωτερικών αναγκών. Ομως, η πραγματική αλλαγή «τρόπου σκέψης» που ευαγγελιζόταν η Mercedes Sosa δεν επιτυγχάνεται με την άκριτη εισαγωγή ξεπερασμένων σοσιαλιστικών μοντέλων.
Ζητούμενο η εξωστρέφεια
Στη σημερινή, εξαιρετικά σύνθετη διεθνή συγκυρία, όπου οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, η τεχνολογική επανάσταση και οι παγκόσμιες οικονομικές προκλήσεις ανατρέπουν τα παραδοσιακά δεδομένα, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να εγκλωβίζεται σε ιδεοληπτικούς πειραματισμούς.
Γίνεται σαφές ότι μόνο ένα σύγχρονο, φιλελεύθερο κεντροδεξιό μοντέλο διακυβέρνησης, προσανατολισμένο στις μεταρρυθμίσεις και τη δημοσιονομική σοβαρότητα –το οποίο υπηρετεί με συνέπεια η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη– διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία για να παρακολουθήσει τις ραγδαίες αλλαγές που συντελούνται διεθνώς. Αυτές οι παγκόσμιες τάσεις επηρεάζουν αναπόφευκτα και τη χώρα μας. Αντί για την αναχρονιστική στροφή σε κρατικιστικές συνταγές του παρελθόντος, η πραγματική πρόοδος για την Ελλάδα απαιτεί σταθερότητα, εξωστρέφεια και μια ισχυρή οικονομία, ικανή να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα.