Αυστηρό μήνυμα προς την Άγκυρα έστειλε από το βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο Μανώλης Κεφαλογιάννης.

Στην παρέμβασή του κατά τη συζήτηση της Έκθεσης Προόδου για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, ο ευρωβουλευτής της ΝΔ και του ΕΛΚ, Μανώλης Κ. Κεφαλογιάννης, ως πρόεδρος της Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής ΕΕ - Τουρκίας, ανέφερε «η Έκθεση για την Τουρκία στέλνει τρία σαφή μηνύματα για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο».

«Πρώτον, το casus belli. Δεν μπορεί να υπάρχει απειλή πολέμου κατά κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι αντίθετο στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Παραβιάζει κατάφωρα τον Καταστατικό Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Άρθρο 2 παράγραφος 4).

Δεύτερον, η Ελλάδα έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να επεκτείνει μονομερώς τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, όπως αυτό ορίζεται στο Άρθρο 3 του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.

Τρίτον, η Έκθεση καταδικάζει τη θεωρία της “Γαλάζιας Πατρίδας”. Καταδικάζει κάθε προσπάθεια νομοθέτησής της. Απορρίπτει κάθε ενέργεια που αμφισβητεί την κυριαρχία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης», πρόσθεσε.

Δείτε ΕΔΩ την έκθεση

Πιο αναλυτικά, όπως τονίζεται στην έκθεση, «παρά τις επανειλημμένες δηλώσεις της τουρκικής κυβέρνησης που επαναβεβαιώνουν τη δέσμευσή της για ένταξη στην ΕΕ, εξακολουθούν να παραμένουν άλυτες βασικές αδυναμίες που επηρεάζουν την ενταξιακή διαδικασία, επισημαίνει το Κοινοβούλιο. «Οι ευρωβουλευτές καλούν την τουρκική κυβέρνηση να λάβει μέτρα για τις επίμονες ελλείψεις στους τομείς του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δημοκρατικών προτύπων, της ελευθερίας του Τύπου και άλλων θεμελιωδών ελευθεριών καθώς και να σεβαστεί τις σχέσεις καλής γειτονίας και το διεθνές δίκαιο».

Όσον αφορά τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς και το ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η έκθεση περιελάμβανε εκτενείς αναφορές ήδη από την ψηφοφορία σε επίπεδο κοινοβουλευτικής επιτροπής (η δημοσίευση είχε γίνει τον Απρίλιο του 2026), συμπεριλαμβανομένης της απερίφραστης καταδίκης της συνεχιζόμενης κατοχής στην Κύπρο και της παραβίασης από την Τουρκία των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών μελών της ΕΕ. Μεταξύ άλλων τροπολογιών που εγκρίθηκαν, κατά την ψηφοφορία στην ολομέλεια προστέθηκε στην έκθεση ρητή αναφορά στο νόμιμο δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια βάσει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ επεκτάθηκε και το περιεχόμενο που σχετίζεται με τις ζώνες εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας και τις παραβιάσεις τους από την Τουρκία.

Η έκθεση ασκεί κριτική στην περιορισμένη αντίδραση άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ και πολλών κρατών μελών απέναντι στις εξελίξεις στην Τουρκία, καλώντας τα να υιοθετήσουν πιο ισχυρή στάση υπέρ της προάσπισης των δημοκρατικών προτύπων και του κράτους δικαίου. Παρότι η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας βρίσκεται ουσιαστικά σε αδιέξοδο από το 2018, η χώρα εξακολουθεί να θεωρείται στρατηγικής και γεωπολιτικής σημασίας σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, οι ευρωβουλευτές τονίζουν ότι, ενώ η πολιτική διεύρυνσης της ΕΕ ανακτά δυναμική, η Τουρκία φαίνεται να χάνει αυτή την ευκαιρία λόγω της έλλειψης δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, όπως καταγράφεται και στο σχετικό ψήφισμα που εγκρίθηκε με 381 ψήφους υπέρ, 107 κατά και 171 αποχές.

Όπως δήλωσε ο εισηγητής της έκθεσης, ευρωβουλευτής, Sancho Nachez Amor, «η Τουρκία εξακολουθεί να κινείται με ταχείς ρυθμούς προς ένα πλήρως αυταρχικό μοντέλο. Η πρόσφατη υπόθεση με στόχο το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης, το CHP, και τη νόμιμη ηγεσία του, αποτελεί το πιο πρόσφατο παράδειγμα μιας ευρύτερης διάβρωσης του δημοκρατικού πλουραλισμού και του κράτους δικαίου, αναδεικνύοντας τον ρόλο ενός δικαστικού σώματος που εργαλειοποιείται για πολιτικούς σκοπούς.

Μπροστά σε μία τόσο σοβαρή κατάσταση, μας ανησυχεί βαθιά η υποτονική απάντηση της Επιτροπής, της ΕΥΕΔ και των κρατών μελών, τα οποία εξακολουθούν να εθελοτυφλούν όσον αφορά τη συνεχιζόμενη αποδόμηση της δημοκρατίας στην Τουρκία. Η σιωπή αυτή υπονομεύει την εικόνα και την αξιοπιστία της ΕΕ και αποξενώνει περαιτέρω τα πιο φιλοευρωπαϊκά και φιλοδημοκρατικά τμήματα της τουρκικής κοινωνίας, με συνέπειες που μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να αναστραφούν».