Η Ελλάδα είναι πάντοτε παρούσα σε όλα τα διεθνή fora και τυγχάνει της αποδοχής και του σεβασμού των εταίρων μας.

Πριν ακόμη η Τουρκία προχωρήσει στη νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» και την επισημοποίηση των μαξιμαλιστικών της θέσεων και διεκδικήσεων στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο, η εγχώρια αντιπολίτευση έσπευσε να ξιφουλκήσει κατά της κυβέρνησης και να την κατηγορήσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι δεν έχει θέση ή άποψη και είναι έτοιμη να παραδοθεί στις ορέξεις του «Σουλτάνου» Ερντογάν.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Η δημοσιοποίηση ωστόσο της έκθεσης του Ευρωκοινοβουλίου για την Τουρκία και το μπλόκο που βάζει στην ενταξιακή πορεία των γειτόνων αποτελεί μια πρώτη απάντηση στις αγωνίες της αντιπολίτευσης.

Έκθεση-κόλαφος

Ουδείς βεβαίως υπονοεί ότι είναι η ελληνική κυβέρνηση που συνέταξε την έκθεση. Είναι όμως ξεκάθαρο ότι η ελληνική διπλωματία και η πολιτική επιρροή που ασκεί σε Βρυξέλλες και Στρασβούργο είναι ένας από τους λόγους που οδήγησαν στις συγκεκριμένες διατυπώσεις και το ακριβές περιεχόμενο της έκθεσης, το οποίο είναι κόλαφος για τους Τούρκους.

Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε η Αγκυρα προέβη σε ανοίκεια επίθεση κατά της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των κρατών-μελών της, εγκαλώντας τους, μεταξύ άλλων, για «υπόθαλψη τρομοκρατών» και άλλων «εχθρικών» στοιχείων.

Θα έπρεπε λοιπόν, σε κανονικές συνθήκες, η αντιπολίτευση να κατανοεί και να αναγνωρίζει τα παραπάνω, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα τόσο σοβαρό εθνικό ζήτημα.

Στην πραγματικότητα όμως κανείς δεν θα μπορούσε να περιμένει κάτι καλύτερο από κόμματα που έσπευσαν να αντιταχθούν, μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, στην αποστολή φρεγατών και αεροσκαφών ως ασπίδα προστασίας στην Κύπρο.

Πολλώ δε μάλλον, όταν βρισκόμαστε σε άτυπη προεκλογική περίοδο, οπότε έχουν έναν λόγο παραπάνω να βάζουν τα μικροκομματικά και μικροπολιτικά τους συμφέροντα πάνω από τα εθνικά – αν και η κοινή λογική επιτάσσει ακριβώς το αντίθετο.

Είναι δε εξίσου εντυπωσιακό ότι τη συμπεριφορά αυτή δεν επιδεικνύουν μόνον εκείνοι που στο παρελθόν έλεγαν πως «θα το ρισκάρουμε με την Τουρκία» ή ότι «η θάλασσα δεν έχει σύνορα», αλλά και οι επονομαζόμενοι… «τουρκοφάγοι».

Οσοι δηλαδή ισχυρίζονται ότι είναι όχι απλώς πατριώτες, αλλά οι μόνοι που εκφράζουν και εξυπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα και οι θέσεις τους για την εξωτερική πολιτική και τη διπλωματία ξεκινούν και τελειώνουν στα σενάρια σύγκρουσης με την Τουρκία.

Ταυτόχρονα, διαρκώς εκνευρίζονται με τα «ήρεμα νερά» ή με τους ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας που επιχείρησε από την πρώτη στιγμή να κρατήσει με τη γείτονα η κυβέρνηση Μητσοτάκη και λησμονούν πως ο πρωθυπουργός ήταν αυτός που τόλμησε, εντός Αγκυρας, να σταθεί απέναντι στον πρόεδρο Ερντογάν και να θέσει το ζήτημα της άρσης του casus belli. Κάτι που δεν είχε τολμήσει να κάνει έως σήμερα άλλος πρωθυπουργός, υπουργός ή πολιτικός αρχηγός…

Υπό αυτό το πρίσμα, η έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου δεν μπορεί παρά να είναι εθνική επιτυχία και να δικαιώνει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική που έχει ακολουθήσει η κυβέρνηση.

Διότι αποδεικνύει και κάτι ακόμα, δικαιώνοντας τον πρωθυπουργό: η Ελλάδα είναι πάντοτε παρούσα σε όλα τα διεθνή fora και τυγχάνει της αποδοχής και του σεβασμού των εταίρων μας.

«Να τους χαίρονται»

Για την ιστορία, την έκθεση ψήφισαν μόνον οι ευρωβουλευτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, ενώ την καταψήφισαν εκείνοι της Νίκης και της Πλεύσης Ελευθερίας και απείχαν οι του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ, της Ελληνικής Λύσης και η Αφροδίτη Λατινοπούλου.

«Θα έρθει η ώρα να μετρηθούν με την ιστορία, είτε απέχουν είτε καταψηφίζουν. Να χαίρονται αυτά τα κόμματα τους ευρωβουλευτές τους», είπε χαρακτηριστικά, κατά τη χθεσινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο Παύλος Μαρινάκης και πρόσθεσε ότι απέναντι στους «ψευτοπατριώτες από όλο το πολιτικό φάσμα», η πραγματικότητα είναι «η πολιτική που αποδίδει και αναγνωρίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο».