Μπαίνοντας στον πολιτικό ρυθμό της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, η συζήτηση για την οικονομία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Οι πολίτες περιμένουν απαντήσεις για το εισόδημα, την ακρίβεια, τη στέγη και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Περιμένουν, όμως, και να γνωρίζουν αν η χώρα θα συνεχίσει να προχωρά με σταθερότητα ή αν θα επιστρέψει σε μια περίοδο αβεβαιότητας και πολιτικών πειραματισμών.

Σε αυτή τη συζήτηση απαιτείται απολογισμός. Απαιτείται σύγκριση. Χρειάζεται να θυμηθούμε πού βρισκόταν η Ελλάδα το 2019 και να δούμε με καθαρό βλέμμα πού βρίσκεται σήμερα.

Το 2019 η ανεργία ήταν 17,8%, ο κατώτατος μισθός 650 ευρώ και οι συνολικές επενδύσεις μόλις 20,31 δισ. ευρώ. Η χώρα παρέμενε χωρίς επενδυτική βαθμίδα και κουβαλούσε ακόμη τις πληγές μιας δεκαετούς οικονομικής κρίσης. Σήμερα η ανεργία έχει υποχωρήσει στο 8,5%, ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί στα 920 ευρώ και ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έχει φτάσει τα 1.516 ευρώ.

Δημιουργήθηκαν 563.000 νέες θέσεις εργασίας. Οι συνολικές επενδύσεις υπερδιπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 41,92 δισ. ευρώ, ενώ οι άμεσες ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν στα 11,38 δισ. ευρώ. Η ελληνική οικονομία κατέγραψε σωρευτική πραγματική ανάπτυξη 10,8%, υψηλότερη από το 7,2% της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εξαγωγές έφτασαν τα 98 δισ. ευρώ και η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 20,9%.

Αυτά τα αποτελέσματα δεν προέκυψαν ούτε τυχαία ούτε αυτόματα. Είναι προϊόν συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Επιλογών που έδωσαν προτεραιότητα στη δημοσιονομική υπευθυνότητα, στις επενδύσεις, στη μείωση της φορολογίας και στη δημιουργία πραγματικών θέσεων εργασίας.

Εφαρμόστηκαν 83 μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, με ετήσιο δημοσιονομικό κόστος 9,5 δισ. ευρώ. Ο ΕΝΦΙΑ μειώθηκε κατά 34%, ο φόρος των επιχειρήσεων από το 28% στο 22% και καταργήθηκε η εισφορά αλληλεγγύης. Παράλληλα, η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα και πέτυχε 24 διαδοχικές πιστοληπτικές αναβαθμίσεις.

Η πιο καθαρή απόδειξη της αλλαγής πορείας είναι η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Από το 209,4% του ΑΕΠ το 2020 περιορίστηκε στο 146,1% το 2025. Η πρόωρη αποπληρωμή επιπλέον 13 δισ. ευρώ μέσα στο 2026 επιταχύνει αυτή την εθνική προσπάθεια και οδηγεί την Ελλάδα μακριά από την αρνητική πρωτιά της πιο υπερχρεωμένης χώρας της Ευρώπης.

Η μείωση του χρέους σημαίνει μικρότερο κόστος δανεισμού, ισχυρότερη διεθνή θέση και περισσότερη δημοσιονομική ελευθερία. Σημαίνει ότι το κράτος αποκτά περισσότερες δυνατότητες να στηρίζει την Υγεία, την Παιδεία, την οικογένεια, τη στέγη και την περιφέρεια. Πάνω από όλα, σημαίνει ότι δεν μεταφέρουμε διαρκώς τις υποχρεώσεις του παρόντος στις επόμενες γενιές.

Κανείς δεν υποστηρίζει ότι όλα έχουν λυθεί. Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά. Η στέγη απορροφά μεγάλο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Το κράτος χρειάζεται ακόμη περισσότερη ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και λογοδοσία. Πολιτική ευθύνη, όμως, δεν είναι να κρύβεις τα προβλήματα. Είναι να διαθέτεις την αξιοπιστία και τα μέσα για να τα αντιμετωπίσεις.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πολιτική διαχωριστική γραμμή. Από τη μία βρίσκεται μια κυβέρνηση που μπορεί να κριθεί για όσα είπε, όσα έκανε και όσα ακόμη οφείλει να ολοκληρώσει. Από την άλλη βρίσκονται δυνάμεις που περιορίζονται στην άρνηση, στην εύκολη καταγγελία και σε υποσχέσεις χωρίς κοστολόγηση και σχέδιο εφαρμογής.

Στις επόμενες εκλογές δεν θα κριθούν μόνο κόμματα και πρόσωπα. Θα κριθεί η κατεύθυνση της χώρας. Αν θα συνεχίσουμε την πορεία ανάπτυξης, μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικής αξιοπιστίας ή αν θα επιλέξουμε την αστάθεια και την επιστροφή σε πρακτικές που η κοινωνία έχει ήδη πληρώσει ακριβά.

Γιατί η πρόοδος δεν είναι δεδομένη. Χρειάζεται σχέδιο, επιμονή και πολιτική σταθερότητα. Χρειάζεται μια κυβέρνηση που γνωρίζει τον δρόμο και έχει αποδείξει ότι μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα σταθερά, τολμηρά, μπροστά.