Κάθε καλοκαίρι η Μεσόγειος καίγεται. Δεν είναι είδηση πια, είναι παρατήρηση. Η ερώτηση που πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι αν θα έχουμε πυρκαγιές· θα έχουμε, όσο υπάρχει ξηρασία, καύσωνας και άνεμος σε κάθε γωνιά της γης που ζούμε.

Η ερώτηση που έχει πραγματικά σημασία είναι αν αυτές οι πυρκαγιές θα παραμένουν διαχειρίσιμο συμβάν ή θα εξελίσσονται σε εθνική τραγωδία. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν κρίνεται τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Κρίνεται όλους τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου, με τις αποφάσεις που παίρνει ή αποφεύγει να πάρει μια πολιτεία.

Η άνοδος της θερμοκρασίας, οι παρατεταμένες ξηρασίες και η υποβάθμιση των εδαφών αποτελούν τη σημερινή πραγματικότητα της χώρας μας. Ερευνητές υπολογίζουν ότι έως το 2041-2070 η νότια Ελλάδα ενδέχεται να αντιμετωπίζει συνθήκες υψηλού κινδύνου πυρκαγιάς για δυόμισι έως τρεις μήνες τον χρόνο. Την ίδια στιγμή, η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η μείωση της κτηνοτροφικής βόσκησης και η επέκταση οικισμών μέσα ή δίπλα σε δασικές εκτάσεις έχουν μετατρέψει μεγάλο μέρος της χώρας σε εύφλεκτο υλικό, έτοιμο να παραδοθεί στη φωτιά με την παραμικρή αφορμή.

Η επιστημονική κοινότητα έχει επισημάνει και κάτι ακόμη πιο δύσκολο να το παραδεχτούμε: η ίδια η επιτυχία μας στην κατάσβεση των μικρών πυρκαγιών, όλα αυτά τα χρόνια, επέτρεψε στη βλάστηση να πυκνώσει ανεξέλεγκτα, συσσωρεύοντας καύσιμη ύλη για τις μεγάλες καταστροφές που βλέπουμε σήμερα. Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Η καταστολή, όσο ηρωική κι αν είναι η δουλειά των πυροσβεστών μας, δεν μπορεί ποτέ να υποκαταστήσει την πρόληψη. Χρειαζόμαστε ενεργητική διαχείριση του δάσους, καθαρισμούς, αντιπυρικές ζώνες, αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης των δασολόγων.

Από το Μάτι στο σήμερα

Υπάρχει μια εικόνα που κανένας μας δεν πρέπει να ξεχάσει: το καλοκαίρι του 2018, στο Μάτι, εκατόν τέσσερις συμπολίτες μας έχασαν τη ζωή τους μέσα σε λίγες ώρες, χωρίς προειδοποίηση, χωρίς οργανωμένη εκκένωση, χωρίς κανένα σύστημα να τους πει τι έπρεπε να κάνουν. Ήταν η πιο φονική πυρκαγιά στη σύγχρονη ιστορία της χώρας μας, και ήρθε να μας θυμίσει με τον πιο οδυνηρό τρόπο τι σημαίνει κράτος που δεν έχει προετοιμαστεί.

Από τότε έχουν περάσει χρόνια, και η χώρα άλλαξε πορεία. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ανέλαβε να χτίσει από την αρχή έναν μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης που έλειπε επικίνδυνα. Το 112 είναι σήμερα μέρος της καθημερινότητάς μας τα καλοκαίρια, ένα μήνυμα που φτάνει στο κινητό μας πριν χρειαστεί να φύγουμε από το σπίτι μας, και που έχει ήδη σώσει ζωές σε περιοχές της χώρας, από την Αττική ως την Κρήτη. Δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι η απόδειξη ότι όταν η πολιτεία επενδύει έγκαιρα σε πρόληψη και όχι μόνο σε κατάσβεση, τα αποτελέσματα φαίνονται εκεί που μετράει περισσότερο, στις ανθρώπινες ζωές.

Το κόστος της αδράνειας

Το κόστος των δασικών πυρκαγιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αγγίζει πλέον τα δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο, με την Ελλάδα να βρίσκεται δυστυχώς ανάμεσα στις χώρες με το βαρύτερο τίμημα, τόσο σε καμένη γη όσο και σε ανθρώπινες ζωές. Η διεθνής εμπειρία δείχνει κάτι που οφείλουμε επιτέλους να το πάρουμε σοβαρά υπόψη ως πολιτεία: κάθε ευρώ που επενδύεται στην πρόληψη γλιτώνει πολλαπλάσια ποσά σε μελλοντικές καταστροφές. Οι απώλειες δεν είναι μόνο δασική έκταση. Είναι κατοικίες, επιχειρήσεις, γεωργική παραγωγή, τουρισμός, υποδομές, πόσιμο νερό, βιοποικιλότητα.

Η κυβέρνησή μας έχει αντιληφθεί αυτή την εξίσωση και έχει ξεκινήσει να αλλάζει τον τρόπο που η χώρα προετοιμάζεται, με ενίσχυση του στόλου εναέριων μέσων, με επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες έγκαιρης ανίχνευσης, με προγράμματα αναδάσωσης και με πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης που κατευθύνονται σε έργα κλιματικής προσαρμογής σε όλη τη χώρα.

Μια ευθύνη που μας αφορά όλους

Η κλιματική αλλαγή δεν περιμένει εκλογικούς κύκλους ούτε πολιτικές βολές. Απαιτεί μια πολιτεία που σχεδιάζει με ορίζοντα δεκαετιών, που επενδύει στη δασική διαχείριση όσο δεν καίγεται κανένα δάσος, που εκπαιδεύει τους πολίτες πριν χρειαστεί να τους σώσει. Απαιτεί επίσης προσωπική ευθύνη από τον καθένα μας, όταν ανάβουμε μια ψησταριά στο εξοχικό ή δουλεύουμε ένα παλιό μηχάνημα δίπλα σε ξερό χορτάρι.

Η Κρήτη, όπως και κάθε γωνιά αυτής της χώρας, δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει. Η γενιά μας θα κριθεί όχι από το πόσα αεροσκάφη σήκωσε στον αέρα για να σβήσει μια μεγάλη φωτιά, αλλά από το πόσες μεγάλες φωτιές δεν επέτρεψε καν να γεννηθούν. Αυτό είναι το στοίχημα που η Νέα Δημοκρατία έχει βάλει μπροστά της. Και είναι ένα στοίχημα που δεν αφορά μόνο μια κυβέρνηση. Αφορά το αν η επόμενη γενιά θα κληρονομήσει μια χώρα προετοιμασμένη ή μια χώρα που συνεχίζει να τρέχει πίσω από τη φωτιά.