Η νέα ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος δεν αφήνει περιθώρια για εφησυχασμό.
Οι καταγγελίες για εκφοβισμό Ισραηλινών τουριστών, απειλές εναντίον ανθρώπων που φέρουν εβραϊκά σύμβολα και συνθήματα τα οποία παραπέμπουν στην πιο σκοτεινή αντισημιτική προπαγάνδα περιγράφουν ένα πρόβλημα που έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της πολιτικής διαμαρτυρίας.
Η αυστηρή κριτική στην κυβέρνηση του Ισραήλ είναι απολύτως θεμιτή. Αποτελεί αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα κάθε πολίτη. Άλλο, όμως, η καταδίκη κυβερνητικών αποφάσεων και στρατιωτικών επιχειρήσεων και άλλο η στοχοποίηση ανθρώπων λόγω της εθνικότητας, της θρησκείας, της γλώσσας ή των συμβόλων που φέρουν. Όταν ένας επισκέπτης απειλείται επειδή μιλά εβραϊκά, όταν ένας πολίτης φοβάται να φορέσει την κιπά ή το Άστρο του Δαβίδ και όταν στους τοίχους εμφανίζονται συνθήματα που καλούν σε βία, τότε δεν μιλάμε πλέον για αλληλεγγύη προς τον παλαιστινιακό λαό. Μιλάμε για ρατσισμό.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η στάση του δημάρχου Αθηναίων προκαλεί σοβαρά ερωτήματα. Ο Χάρης Δούκας δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλός παρατηρητής ούτε να αντιμετωπίζει το ζήτημα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της πολιτικής αντιπαράθεσης για τη Γάζα. Είναι δήμαρχος μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας και έχει θεσμική υποχρέωση να προστατεύει τον δημόσιο χαρακτήρα της πόλης, να μεριμνά για την άμεση απομάκρυνση συνθημάτων μίσους και να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές όταν καταγράφονται απειλές κατά κατοίκων ή επισκεπτών.
Το πρόβλημα, άλλωστε, είχε επισημανθεί εγκαίρως.
Τον Αύγουστο του 2025 ο πρέσβης του Ισραήλ στην Ελλάδα, Νόαμ Κατς, είχε κατηγορήσει τη δημοτική αρχή ότι δεν έκανε αρκετά για την αντιμετώπιση αντισημιτικών γκράφιτι και οργανωμένων ομάδων που, κατά την τοποθέτησή του, έκαναν τους Ισραηλινούς επισκέπτες να αισθάνονται ανασφαλείς στην Αθήνα. Αντί ο δήμαρχος να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία για τις παρεμβάσεις του Δήμου, να διαχωρίσει καθαρά την πολιτική κριτική από τις απειλές κατά Εβραίων και να δεσμευτεί για την αντιμετώπιση κάθε ρατσιστικού συνθήματος, επέλεξε τη μετωπική πολιτική σύγκρουση.
«Δεν δεχόμαστε μαθήματα Δημοκρατίας από όσους σκοτώνουν αμάχους», είχε απαντήσει, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η δημοτική αρχή είχε αποδείξει την αντίθεσή της στη βία και στον ρατσισμό. Η απάντηση αυτή μπορεί να εξέφραζε τη θέση του για τις ενέργειες της ισραηλινής κυβέρνησης, δεν απαντούσε όμως στην ουσία της καταγγελίας: τι έκανε και τι εξακολουθεί να κάνει ο Δήμος Αθηναίων απέναντι στα συνθήματα που υποκινούν βία και στα φαινόμενα στοχοποίησης Εβραίων και Ισραηλινών; Η αντιπαράθεση είχε λάβει ευρεία δημοσιότητα.
Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, το ΚΙΣΕ επανέρχεται με ακόμη πιο ανησυχητικές καταγγελίες. Αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι η προειδοποίηση δεν έπρεπε να είχε απορριφθεί ως διπλωματική επίθεση ούτε να είχε χαθεί μέσα σε έναν πόλεμο ανακοινώσεων. Η δημοτική αρχή όφειλε από τότε να ενεργοποιήσει έναν μόνιμο μηχανισμό καταγραφής και άμεσης απομάκρυνσης αντισημιτικών και ρατσιστικών συνθημάτων, να ενισχύσει την επικοινωνία με την Ισραηλιτική Κοινότητα Αθηνών και να ζητήσει συγκεκριμένο σχέδιο συνεργασίας με την Ελληνική Αστυνομία για τα σημεία όπου παρατηρούνται επαναλαμβανόμενα περιστατικά.
Ο Δήμος, ασφαλώς, δεν υποκαθιστά την Αστυνομία και τη Δικαιοσύνη. Δεν έχει την ευθύνη της ποινικής διερεύνησης ούτε της φύλαξης κάθε επισκέπτη. Έχει όμως ευθύνη για τον δημόσιο χώρο, για την καθαριότητα και την αποκατάσταση δημοτικών υποδομών, για την πρόληψη του ρατσισμού και, κυρίως, για το μήνυμα που εκπέμπει η ίδια η πόλη. Όταν συνθήματα που καλούν σε επιθέσεις παραμένουν στους τοίχους, η αδράνεια παύει να είναι διοικητική αμέλεια και μετατρέπεται σε επικίνδυνη ανοχή.
Από τον Χάρη Δούκα δεν απαιτείται να εγκαταλείψει την κριτική του προς την ισραηλινή κυβέρνηση. Απαιτείται να αποδείξει ότι μπορεί ταυτόχρονα να καταδικάζει όσα συμβαίνουν στη Γάζα και να προστατεύει χωρίς αστερίσκους τους Εβραίους και τους Ισραηλινούς που βρίσκονται στην Αθήνα. Αυτές οι δύο θέσεις όχι μόνο δεν συγκρούονται, αλλά αποτελούν στοιχειώδη προϋπόθεση μιας συνεπούς δημοκρατικής στάσης.
Η δημοτική αρχή οφείλει τώρα να απαντήσει καθαρά: Πόσα αντισημιτικά συνθήματα έχουν καταγραφεί και απομακρυνθεί; Ποια συνεργασία υπάρχει με την Ισραηλιτική Κοινότητα και το ΚΙΣΕ; Ποιες πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί για την προστασία της ελεύθερης μετακίνησης και την αποτροπή οργανωμένων εκφοβισμών;
Η Αθήνα δεν μπορεί να γίνει πόλη στην οποία ένας άνθρωπος φοβάται να μιλήσει τη γλώσσα του ή να αποκαλύψει τη θρησκευτική του ταυτότητα. Και ο δήμαρχός της δεν δικαιούται να κρύβεται πίσω από πολιτικές διακηρύξεις όταν μπροστά του υπάρχουν συγκεκριμένες καταγγελίες για ρατσιστική βία. Όπως ορθώς τονίζει το ΚΙΣΕ, ο αντισημιτισμός ξεκινά με πλήγματα εναντίον των Εβραίων, αλλά ποτέ δεν σταματά σε αυτούς. Η αδιαφορία απέναντί του δεν αποτελεί ουδετερότητα. Αποτελεί ευθύνη.