Ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσίασε ένα πυκνό πακέτο υποσχέσεων προς σχεδόν κάθε κοινωνική ομάδα. Εκείνο που δεν παρουσίασε ήταν το βασικότερο στοιχείο ενός κυβερνητικού προγράμματος: έναν ενιαίο, καθαρό και πειστικό λογαριασμό.

Η ομιλία του Νίκου Ανδρουλάκη στη ΔΕΘ είχε προφανή πολιτικό στόχο: να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως έτοιμη εναλλακτική λύση εξουσίας. Γι’ αυτό και ο πρόεδρός του δεν περιορίστηκε σε γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά παρέθεσε μια σειρά συγκεκριμένων παρεμβάσεων: 13ος μισθός στο Δημόσιο, νέες ενισχύσεις για συνταξιούχους, φοροελαφρύνσεις, κοινωνικά επιδόματα, μέτρα για οικογένεια, στέγη και επιχειρήσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι η κυβερνητική σοβαρότητα δεν μετριέται από το πόσες εξαγγελίες χωρούν σε μία ομιλία. Μετριέται από το αν αυτές οι εξαγγελίες μπορούν να συνυπάρξουν στον ίδιο προϋπολογισμό.

Η εύκολη πολιτική των μεμονωμένων μέτρων

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βασική αδυναμία του πακέτου Ανδρουλάκη. Κάθε μέτρο παρουσιάζεται σαν να υπάρχει σε δημοσιονομικό κενό. Ο 13ος μισθός εξετάζεται μόνος του, οι συντάξεις ξεχωριστά, τα επιδόματα αλλού και οι φοροελαφρύνσεις σε άλλο κεφάλαιο. Μόνο που το κράτος δεν λειτουργεί έτσι.

Στον πραγματικό προϋπολογισμό όλα αθροίζονται. Και όταν από τη μία αυξάνεις μόνιμες δαπάνες και από την άλλη μειώνεις μόνιμα φορολογικά έσοδα, το ερώτημα δεν είναι αν μπορείς να χρηματοδοτήσεις ένα μέτρο. Είναι αν αντέχεις να χρηματοδοτείς όλα τα μέτρα ταυτόχρονα και κάθε χρόνο.

Αυτός είναι ο λογαριασμός που δεν ακούστηκε στη ΔΕΘ. Πόσο κοστίζει συνολικά το πρόγραμμα το 2027; Πόσο το 2028; Πού φτάνει όταν οι εξαγγελίες εφαρμοστούν πλήρως; Και κυρίως: ποια μέτρα θα περικοπούν αν τα έσοδα δεν εξελιχθούν όπως προβλέπει το ΠΑΣΟΚ;

Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, η «σταδιακή εφαρμογή» κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο ως πολιτικό άλλοθι παρά ως πραγματική κοστολόγηση. Μεταθέτει το πλήρες κόστος στο μέλλον, αλλά δεν το εξαφανίζει.

Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι πολιτικό ΑΤΜ

Ακόμη πιο αδύναμη είναι η εντύπωση ότι υπάρχει ένας έτοιμος δημοσιονομικός κουμπαράς, από τον οποίο μια άλλη κυβέρνηση απλώς θα μοιράσει περισσότερα. Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι πολιτικό ΑΤΜ. Εξαρτάται από την ανάπτυξη, τα έσοδα, τις ήδη αναληφθείσες δεσμεύσεις, το ύψος των δαπανών και τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Και εδώ εμφανίζεται μια δεύτερη αντίφαση. Έσοδα από υπερκέρδη, πρόστιμα ή καλύτερη είσπραξη φόρων μπορούν πράγματι να προσφέρουν πρόσθετους πόρους. Δεν μπορούν όμως να αντιμετωπίζονται ως βέβαιη και μόνιμη χρηματοδοτική βάση για υποχρεώσεις που το κράτος θα πληρώνει ανεξαρτήτως συγκυρίας.

Δεν χρηματοδοτείς μόνιμους μισθούς και συντάξεις με την ελπίδα ότι κάθε χρόνο θα υπάρχουν τα ίδια υπερκέρδη ή οι ίδιες έκτακτες εισπράξεις.

Το ΠΑΣΟΚ ασφαλώς δικαιούται να υποστηρίζει ότι θα κατανείμει διαφορετικά τους δημόσιους πόρους. Αυτό είναι πολιτική. Όταν όμως ζητά να κυβερνήσει, δεν αρκεί να εξηγεί ποιος θα πάρει περισσότερα. Πρέπει να εξηγεί και ποιος πληρώνει, από πού προκύπτουν τα χρήματα και τι γίνεται όταν οι προβλέψεις δεν επιβεβαιώνονται.

Η ΔΕΘ του Νίκου Ανδρουλάκη είχε πολλές παροχές, αρκετές υποσχέσεις και ακόμη περισσότερους αποδέκτες. Εκείνο που της έλειψε ήταν το δυσκολότερο συστατικό κάθε σοβαρής κυβερνητικής πρότασης: η απόδειξη ότι ο λογαριασμός βγαίνει.

Γιατί η απόσταση ανάμεσα σε ένα ελκυστικό πρόγραμμα αντιπολίτευσης και σε ένα αξιόπιστο πρόγραμμα διακυβέρνησης μετριέται τελικά σε έναν αριθμό. Και αυτόν τον αριθμό ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν τον έδωσε.