Με αφορμή τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν , η Μαρία Καρυστιανού κατέθεσε μια πρόταση στον δημόσιο διάλογο που φιλοδοξεί να εμφανιστεί ως δημοκρατική τομή.

Υποστήριξε ότι τέτοιες διπλωματικές κινήσεις θα έπρεπε να προηγούνται δημοψηφίσματος, σαν η εξωτερική πολιτική να είναι υπόθεση έγκρισης κατά πλειοψηφία και όχι πεδίο θεσμικής ευθύνης. Από αυτή την αφετηρία ξεδιπλώνεται ένα γνώριμο αφήγημα, εκείνο της αμεσοδημοκρατίας για όλα, που ακούγεται γοητευτικό αλλά καταλήγει επικίνδυνα απλουστευτικό.

Η ιδέα ότι η εξωτερική πολιτική, τα ελληνοτουρκικά ή γενικότερα η διαχείριση σύνθετων κρατικών ζητημάτων μπορούν να τίθενται σε διαρκή δημοψηφίσματα προϋποθέτει έναν πολίτη παντογνώστη, διαρκώς ενημερωμένο και απαλλαγμένο από συναισθηματικές φορτίσεις. Δηλαδή έναν πολίτη που δεν υπάρχει. Η δημοκρατία, όπως οικοδομήθηκε μεταπολιτευτικά, βασίστηκε ακριβώς στο αντίθετο αξίωμα. Ότι οι πολίτες αναθέτουν την ευθύνη σε αντιπροσώπους, τους ελέγχουν εκ των υστέρων και τους αντικαθιστούν όταν αποτυγχάνουν. Όχι ότι αποφασίζουν με ένα ναι ή ένα όχι για ζητήματα που απαιτούν γνώση, συνέχεια και θεσμική μνήμη.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο φανατικοί οπαδοί αυτής της εκδοχής αμεσοδημοκρατίας προέρχονται από γνώριμες δεξαμενές. Είναι οι αρνητές των εμβολίων που έβλεπαν συνωμοσίες εκεί που υπήρχε επιστήμη. Είναι οι αρνητές των υποχρεοτήτων, οι αρνητές της απογραφής. Είναι οι γραφικοί θεματοφύλακες του άρθρου 120 που στην καραντίνα έβλεπαν χούντα και καλούσαν σε αντίσταση από το πληκτρολόγιο. Είναι και πολιτικά πρόσωπα όπως ο Στέφανος Κασσελάκης, που ακόμη δεν έχει αποφασίσει αν ανήκει στην Αριστερά, στο Κέντρο ή σε κάποιο προσωπικό κίνημα στιγμής, αλλά ανακάλυψε την μαγεία της άμεσης λαϊκής ετυμηγορίας ως υποκατάστατο της πολιτικής του ταυτότητας.

Ο κοινός παρονομαστής είναι ένας. Η βαθιά δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και η πίστη ότι όλα λύνονται με μια απλή ερώτηση στον λαό. Χωρίς κόστος, χωρίς ευθύνη, χωρίς σχέδιο. Η ιστορία όμως έχει δείξει ότι τέτοιες συνταγές δεν οδηγούν σε περισσότερη δημοκρατία αλλά σε μεγαλύτερη σύγχυση και τελικά σε ισχυρότερες εξουσίες για όσους ξέρουν να χειρίζονται το θυμικό.

Τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται έντεκα χρόνια από τότε που ένας άλλος «ηγέτης» ήρθε να μας σώσει με υποσχέσεις χωρίς βάθος και σχέδιο. Ήρθε να μας σώσει με ένα νόμο κι ένα άρθρο και κατάφερε να υπογράψει ένα αχρείαστο μνημόνιο, υποθηκεύοντας την δημόσια περιουσία για 100 χρόνια, πριν παραδεχτεί τις αυταπάτες του. Τα πειράματα με σωτήρες, είτε κρατούν πανό είτε ζητούν δημοψηφίσματα για τα πάντα, παραμένουν επικίνδυνα. Και η μνήμη δεν θα έπρεπε να είναι τόσο κοντή.