Η προσφυγή στη «λαϊκή ετυμηγορία» φαίνεται να έχει κεντρικό ρόλο στην περίπτωση της «Μαρίας των Τεμπών».

Με αρκετές ασάφειες και αμφιλεγόμενα πρόσωπα έχει ξεκινήσει το κομματικό εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού, καθώς τα όσα –μέχρι στιγμής περιορισμένα– έχουν γίνει γνωστά για τις προγραμματικές του αιχμές έχουν προκαλέσει έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις.

Μία από τις βασικές της θέσεις αφορά, όπως διαμορφώνεται, τα περί δημόσιων διαβουλεύσεων –με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αμβλώσεις– κάτι που εύλογα επαναφέρει στη μνήμη παλαιότερες πολιτικές επιλογές προσφυγής σε «λαϊκές διαδικασίες», όπως τα δημοψηφίσματα που πρότειναν στο παρελθόν ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιώργος Παπανδρέου.

Η ίδια η Μαρία Καρυστιανού, μάλιστα, επιμένει εξηγώντας τις αντιδράσεις ως συνέπεια του φόβου απέναντι στη δυναμική του νέου εγχειρήματος. «Πριν ακόμα ανακοινώσουμε τις θέσεις μας, όλοι έπεσαν πάνω μας να μας φάνε», ανέφερε, περιγράφοντας το υπό διαμόρφωση κόμμα ως ένα «κίνημα πολιτών από όλους τους χώρους», που δεν μπορεί –όπως υποστηρίζει– να εγκλωβιστεί σε μια συγκεκριμένη ιδεολογική ταμπέλα. Στο ίδιο μήκος κύματος, στενοί της συνεργάτες μιλούν για ξεπερασμένες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, επιχειρώντας να δώσουν στο εγχείρημα έναν υπερκομματικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, στην περίπτωση της Καρυστιανού, το εργαλείο της «δημόσιας διαβούλευσης» φαίνεται να αποκτά κεντρικό ρόλο. Η αρχική της τοποθέτηση για τις αμβλώσεις, όπου έκανε λόγο για μια «ιδιαιτερότητα» που αφορά τόσο τα δικαιώματα της γυναίκας όσο και «του εμβρύου», συνοδεύτηκε από την πρόταση να τεθεί το ζήτημα σε δημόσια διαβούλευση, «γιατί μιλάμε για μια ζωή που τώρα γεννάται». Παρότι την επομένη διευκρίνισε ότι «κανένα ανθρώπινο δικαίωμα δεν τίθεται σε διαβούλευση», η συζήτηση είχε ήδη ανοίξει.

Το κρίσιμο δεν είναι μόνο η ουσία της θέσης, αλλά η μέθοδος με την οποία εισάγεται. Στην πρόσφατη ελληνική ιστορία, η επίκληση της «λαϊκής ετυμηγορίας» έχει χρησιμοποιηθεί σε στιγμές έντονης πολιτικής πίεσης, συχνά ως απάντηση σε δύσκολα και αμφιλεγόμενα διλήμματα. Και με αποτελέσματα που δυστυχώς κόστισαν στην Ελλάδα μερικά δισ. ευρώ και οδήγησαν σε… κωλοτούμπες τους εμπνευστές τους.

Το 2011, η αιφνιδιαστική πρόταση του Γιώργου Παπανδρέου για δημοψήφισμα σχετικά με τη συμφωνία στήριξης της χώρας προκάλεσε πολιτικό σεισμό και διεθνή ανησυχία, πριν τελικά αποσυρθεί. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το δημοψήφισμα του 2015, που προκήρυξε η κυβέρνηση Τσίπρα, πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες έντονης κοινωνικής πόλωσης, με τις «πάνω» και «κάτω πλατείες».

Το αποτέλεσμα ήταν ένα «Όχι», το οποίο όμως ερμηνεύτηκε πολιτικά από την τότε κυβέρνηση με τρόπο που άφησε ανοιχτό το ερώτημα για το τι ακριβώς αποφάσισε ο λαός και ποιος τελικά ανέλαβε την ευθύνη της επόμενης ημέρας.

Ουσιαστικά, στόχος υπήρξε η μετατόπιση της ευθύνης μιας δύσκολης πολιτικής απόφασης ή η απόκρυψη μιας πολιτικής επιλογής, πρακτική που φαίνεται ότι θέλει να χρησιμοποιήσει και η Μαρία Καρυστιανού.

Στο υπό διαμόρφωση κόμμα της, η λογική αυτή φαίνεται να υιοθετείται, ανεξαρτήτως του ζητήματος ή της σημασίας που μπορεί να έχει για την ελληνική κοινωνία. Συνεπώς, το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η έμφαση στη διαδικασία –είτε αυτή λέγεται διαβούλευση είτε δημοψήφισμα– μπορεί να υποκαταστήσει τη σαφή πολιτική θέση. Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι όταν η πολιτική αποφεύγει να απαντήσει καθαρά σε δύσκολα ζητήματα, η επίκληση της συμμετοχής συχνά λειτουργεί ως παράταση της αβεβαιότητας.

Σε αυτήν τη φάση, το κομματικό εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Ωστόσο, οι επιλογές λόγου και μεθόδου που έχουν ήδη καταγραφεί αρκούν για να τροφοδοτήσουν μια ευρύτερη συζήτηση: αν πρόκειται για μια ειλικρινή αναζήτηση συμμετοχικών διαδικασιών ή για μια γνώριμη πολιτική πρακτική, όπου η διαδικασία προηγείται –και ενίοτε αντικαθιστά– την ουσία. Το αν αυτή η στρατηγική μπορεί να αποδώσει, μένει να φανεί στην πράξη. Όταν, όμως, η πολιτική απόφαση είναι δύσκολη, η διαδικασία γίνεται σωσίβιο. Και όταν το σωσίβιο χρησιμοποιείται για να αποφευχθεί η καθαρή θέση, μετατρέπεται σε βαρίδι…

«Να κρίνουν οι πολίτες αν πρέπει να συναντηθούν Μητσοτάκης-Ερντογάν»!

Αίφνης χθες η Μαρία Καρυστιανού προέβη στην πρώτη της παρέμβαση για τα Ελληνοτουρκικά. Μάλιστα δεν περιορίστηκε σε αίτημα ενημέρωσης από τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, για την επικείμενη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ζήτησε η ενημέρωση αυτή να δοθεί, ώστε «οι Έλληνες πολίτες να κρίνουν την ανάγκη ή μη διενέργειας» της συνάντησης.

Δηλαδή, σε ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής η κρίση καλείται να περάσει από το επίπεδο της κυβερνητικής ευθύνης στο επίπεδο της λαϊκής έγκρισης. Εν ολίγοις, η Μαρία Καρυστιανού προτείνει τη διεξαγωγή ενός… δημοψηφίσματος για το αν η εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας (με σαφή ατζέντα ως προς τα Ελληνοτουρκικά από την εποχή που εκλέχθηκε) θα συναντηθεί με τον Τούρκο πρόεδρο!

«Είναι ευνόητο ότι η διατήρηση της εθνικής κυριαρχίας και η άσκηση των δικαιωμάτων της χώρας από το διεθνές δίκαιο είναι αδιαπραγμάτευτες και οποιαδήποτε απεμπόλησή τους είναι εθνική προδοσία», αναφέρει η κυρία Καρυστιανού, η οποία προφανώς ξεχνά ότι οι θέσεις της κυβέρνησης έχουν διατυπωθεί και ψηφιστεί από τους πολίτες στις τελευταίες εκλογές.

Εκτός εάν με αυτήν την παρέμβαση τίθεται θέμα αλλαγής του ισχύοντος πολιτεύματος, οπότε και οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από την Εκκλησία του Δήμου…