Η Μαρία Καρυστιανού ζήτησε εκ νέου ενημέρωση από τον πρωθυπουργό για τη συνάντησή του με τον Ταγίπ Ερντογάν.
Με νέα εκτενή ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η Μαρία Καρυστιανού ζητά εκ νέου… ενημέρωση από τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την επικείμενη συνάντησή του με τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην Αγκυρα, στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας.
Η κ. Καρυστιανού εξαπολύει δριμεία κριτική κατά της κυβέρνησης, κάνοντας λόγο για «αδράνεια», «συγκαταβατικότητα» και «υποχωρητικό διάλογο» απέναντι στην Τουρκία, ενώ φτάνει στο σημείο να συγκρίνει την επικείμενη επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Άγκυρα με τη Συμφωνία των Πρεσπών, χαρακτηρίζοντάς τη «ιστορικά ντροπιαστική τεμενάδα» και προεξοφλώντας, χωρίς τεκμηρίωση, ενδεχόμενες «ανεπίτρεπτες παραχωρήσεις» στο Αιγαίο.
Στο κείμενό της, η κ. Καρυστιανού απαριθμεί μια σειρά τουρκικών ενεργειών και διεκδικήσεων –από παράνομες NAVTEX και ρητορική περί αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών έως παραβιάσεις του εναέριου χώρου και παρουσία πολεμικών πλοίων– τις οποίες αποδίδει ευθέως στη στάση της ελληνικής κυβέρνησης.
Παράλληλα, επικαλείται το casus belli, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τη «Γαλάζια Πατρίδα», παρουσιάζοντας ένα σκηνικό διαρκούς κλιμάκωσης, στο οποίο, κατά την άποψή της, η Ελλάδα εμφανίζεται αδρανής και πολιτικά αδύναμη. Σε αυτό το πλαίσιο, η κ. Καρυστιανού απευθύνει δημόσια πρόσκληση προς τον πρωθυπουργό να ενημερώσει τους πολίτες για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της συνάντησης με τον Τούρκο πρόεδρο και για τις θέσεις της κυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα στρέφεται και κατά των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία καλεί «να ανταποκριθούν στον αληθινό ρόλο τους» και να ενημερώσουν για «μείζονος εθνικής σημασίας ζητήματα».
Η συγκεκριμένη παρέμβαση, ωστόσο, εγείρει εύλογα ερωτήματα τόσο ως προς τη στόχευσή της όσο και ως προς τη μεθοδολογία της. Η εξωτερική πολιτική δεν αποτελεί πεδίο άσκησης πολιτικής μέσω κοινωνικών δικτύων, τη στιγμή που οι διπλωματικές επαφές, ακόμη και σε περιόδους έντασης, αποτελούν πάγια πρακτική του ελληνικού κράτους διαχρονικά και ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, χωρίς αυτό να συνιστά αυτομάτως ένδειξη υποχώρησης ή απεμπόλησης κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Ταυτόχρονα, η αυτόματη σύνδεση κάθε διαλόγου με «τεμενάδες» και «εθνικές ήττες» παραγνωρίζει το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει επανειλημμένα και σε όλα τα διεθνή fora διακηρύξει πως δεν διαπραγματεύεται ζητήματα κυριαρχίας, αναγνωρίζοντας ως μοναδική διαφορά προς επίλυση την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, βάσει του διεθνούς δικαίου.
Σημειώνεται, επίσης, ότι ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας διέπονται από συγκεκριμένους κανόνες ενημέρωσης, οι οποίοι δεν ταυτίζονται με τη δημόσια προαναγγελία θέσεων ή διαπραγματευτικών γραμμών.
Η απαίτηση για πλήρη και εκ των προτέρων δημοσιοποίηση της ατζέντας μιας διπλωματικής συνάντησης δεν αποτελεί διεθνή πρακτική και, σε πολλές περιπτώσεις, θα μπορούσε να λειτουργήσει εις βάρος των εθνικών συμφερόντων που υποτίθεται ότι επιδιώκει να προστατεύσει.
