Όσοι έχουν παρακολουθήσει τα τρία πρώτα επεισόδια από τα έξι συνολικά του ντοκιμαντέρ «Στο χιλιοστό» που μεταδίδεται από τον ΣΚΑΪ έχουν σίγουρα σχηματίσει μια βασική εικόνα για όσα έγιναν.

Όχι ότι δεν τα έχουν βιώσει οι περισσότεροι, αλλά είναι διαφορετικό να βλέπει κανείς τι έγινε και πώς έγινε εκείνη την περίοδο που η χώρα βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού.

Κυρίως όμως από ποιους έγινε, πώς λειτούργησαν, πώς συμπεριφέρθηκαν έχοντας στα χέρια τους την εξουσία μετά τη νίκη του Ιανουαρίου του 2015 περιμένοντας να χτυπήσουν τα νταούλια για να χορεύουν οι αγορές. Χωρίς σχέδιο, χωρίς καν να καταλαβαίνουν τι γίνεται και πού βρίσκονται. Αυτό το «βρε Βαγγέλη, πού είναι ο κίτρινος φάκελος» στη συνέντευξη με την «go back μαντάμ Μέρκελ» είναι η πιο χαρακτηριστική σκηνή.

Η κυβερνητική θητεία της πρώτης φοράς Αριστερά ήρθε επίσης να δείξει ότι το λεγόμενο «ηθικό πλεονέκτημα» δεν ήταν τίποτα άλλο από μια ατάκα καλά παιγμένη με φόντο την ιδεολογική κυριαρχία που είχε καταστεί εφικτή μέσα από μια αντισυστημική μάσκα που πάντα είναι αρεστή μέσα από τις υποσχέσεις, τα ωραία λόγια και τις… αυταπάτες.

Αυτή η ιδεολογική κυριαρχία ξεφούσκωσε. Έπεσε με κρότο για να αποκαλυφθεί, στη συνέχεια, ότι οι θιασώτες και κυρίως οι πρωταγωνιστές συναθροίστηκαν πάνω στη συγκολλητική ουσία της εξουσίας και σκόρπισαν όταν αυτή χάθηκε στην πορεία που ξεκίνησε το 2019, κορυφώθηκε με τις συντριπτικές ήττες του 2023, για να σφραγιστεί με τα όσα συμβαίνουν σήμερα.

Όσα συμβαίνουν σήμερα στην «κυβερνώσα Αριστερά», που κάνει και πάλι σύνθημα ο Αλέξης Τσίπρας, είναι η πραγματική εικόνα. Δεν είναι μόνο η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και η απαξία λόγων και ιδεών, είναι αυτός ο πόλεμος που έχει ξεσπάσει μεταξύ συντρόφων και που δείχνει ότι θα πάει μέχρι το τέλος.

Όσα λέγονται και όσα γίνονται απλά επιβεβαιώνουν όλους όσοι υποστήριζαν ότι κάποια στιγμή αυτή η ιδεολογική κυριαρχία –που είχε επιτευχθεί και λόγω των φοβικών συνδρόμων της άλλης πλευράς– θα έφτανε στο τέλος της, παρά τις προσπάθειες που γίνονται για να φανεί ισχυρή η ηχηρή μειοψηφία μέσα από την επίκληση της αντισυστημικότητας.

Πλέον όσοι κινούνται γύρω από τα πολλά κόμματα της Αριστεράς κινούνται με… οπαδική λογική. Υπέρ ή κατά προσώπων χωρίς καμία ιδεολογική και πολιτική βάση. Ποιος θα νικήσει και ποιος θα χάσει σε μια μάχη που τελικά λίγους ενδιαφέρει και ακόμη πιο λίγους αφορά αφού δεν αλλάζει τίποτα στη ζωή των πολιτών αν και ποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ θα πάνε στον Αλέξη Τσίπρα.

Αν θα παραιτηθούν από τη βουλευτική έδρα σήμερα ή αν θα πάρουν τράτο τριών μηνών για να μη χάσουν και το εισόδημα του βουλευτή. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα πάει όπως είναι ή όπως μείνει στο τέλος με τον Αλέξη Τσίπρα ή αν θα κατέβει από τη μαρκίζα της Κουμουνδούρου το όνομα και μπει λουκέτο.

Όλα αυτά τα μικροκομματικά και προσωπικά παιγνίδια λειτουργούν αποτρεπτικά για την πλειονότητα των πολιτών και είναι απορίας άξιον πώς κόμματα συστημικά επιδιώκουν να φορέσουν τη μάσκα της αντισυστημικότητας και να αντιγράψουν πρακτικές και λογικές όπως αυτές που οι πολίτες απέρριψαν κατ’ επανάληψη, επιχειρώντας μάλιστα να υιοθετήσουν ιδεολογίες και κυρίως ιδεοληψίες που δεν οδηγούν πουθενά.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».