Η επόμενη ημέρα της πυρκαγιάς σε Αττική και Βοιωτία φέρνει οικονομικό, περιβαλλοντικό και εθνικό κόστος που θα συνοδεύει τη χώρα για μια ολόκληρη γενιά.

Οι τελευταίες εστίες καπνού διαλύονται σιγά-σιγά πάνω από την Αττικοβοιωτία, όμως η εικόνα που άφησε πίσω της η μέχρι στιγμής μεγαλύτερη φωτιά του φετινού καλοκαιριού δύσκολα μπορεί να περιγραφεί με λέξεις. Εκεί όπου μέχρι πριν από λίγες ημέρες απλώνονταν πευκοδάση, ελαιώνες, αγροτικές εκτάσεις και μικροί οικισμοί, σήμερα κυριαρχούν το μαύρο χρώμα, η μυρωδιά της καμένης γης και μια σιωπή που αποτυπώνει το μέγεθος της καταστροφής. Περισσότερα από 126.000 στρέμματα μετατράπηκαν σε στάχτη, χιλιάδες άνθρωποι είδαν τις περιουσίες τους να απειλούνται ή να καταστρέφονται, ενώ το φυσικό περιβάλλον υπέστη ένα ακόμη βαρύ πλήγμα. Η κατάσβεση της φωτιάς δεν σημαίνει το τέλος της δοκιμασίας. Αντίθετα, σηματοδοτεί την αρχή μιας δύσκολης και μακρόχρονης πορείας αποκατάστασης, με οικονομικό κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, ανυπολόγιστες περιβαλλοντικές απώλειες και σοβαρές συνέπειες για την τοπική οικονομία, την αγροτική παραγωγή, την κοινωνία και την ίδια τη χώρα. Η πραγματική μάχη αρχίζει τώρα και θα κριθεί όχι σε ημέρες ή εβδομάδες, αλλά σε χρόνια.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι μια μεγάλη πυρκαγιά δεν τελειώνει όταν σβήσουν οι φλόγες. Τότε ακριβώς ξεκινά ο δύσκολος απολογισμός. Το βλέμμα στρέφεται από τα εναέρια μέσα στις καμένες πλαγιές, από την αγωνία της κατάσβεσης στην αγωνία της αποκατάστασης και από τις εικόνες της καταστροφής στο ερώτημα αν μια ολόκληρη περιοχή μπορεί να ξανασταθεί στα πόδια της. Η Αττικοβοιωτία βρίσκεται πλέον μπροστά σε αυτή τη δοκιμασία.

Η μεγαλύτερη πληγή του καλοκαιριού

Η πυρκαγιά που ξέσπασε στα όρια της Αττικής και της Βοιωτίας εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ώρες σε μία από τις μεγαλύτερες των τελευταίων ετών. Οι υψηλές θερμοκρασίες, η παρατεταμένη ξηρασία και οι ισχυροί άνεμοι δημιούργησαν τις ιδανικές συνθήκες ώστε οι φλόγες να αποκτήσουν ανεξέλεγκτη δυναμική, καταπίνοντας δάση, καλλιέργειες και εκτάσεις φυσικής βλάστησης.

Οι δορυφορικές αποτυπώσεις καταγράφουν περισσότερα από 126.000 στρέμματα καμένης γης, μια έκταση που κατατάσσει τη συγκεκριμένη πυρκαγιά στις λεγόμενες megafires, δηλαδή στις μεγαπυρκαγιές που ξεπερνούν τα 100.000 στρέμματα και αλλάζουν οριστικά το τοπίο μιας ολόκληρης περιοχής.

Δεν πρόκειται μόνο για έναν αριθμό. Είναι χιλιάδες στρέμματα δάσους που λειτουργούσαν ως φυσική ασπίδα απέναντι στην κλιματική αλλαγή, ως καταφύγιο άγριας ζωής και ως πνεύμονας οξυγόνου για την ευρύτερη περιοχή της Αττικής και της Βοιωτίας.

Ο πρώτος λογαριασμός γράφεται ήδη

Κάθε μεγάλη φωτιά αφήνει πίσω της έναν λογαριασμό που δεν περιορίζεται στις εικόνες των δελτίων ειδήσεων. Ο πρώτος απολογισμός αφορά το άμεσο οικονομικό κόστος της ίδιας της επιχείρησης κατάσβεσης.

Για ημέρες κινητοποιήθηκαν χιλιάδες πυροσβέστες, εθελοντές, στελέχη της Πολιτικής Προστασίας, αστυνομικές δυνάμεις, προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, δεκάδες υδροφόρα οχήματα, μηχανήματα έργου και μεγάλος αριθμός εναέριων μέσων. Μόνο η επιχειρησιακή αυτή κινητοποίηση συνεπάγεται δαπάνες πολλών εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται οι φθορές στον εξοπλισμό, τα καύσιμα, οι υπερωρίες και η πολυήμερη απασχόληση προσωπικού.

Ακολουθεί το ακόμη μεγαλύτερο κόστος των αποζημιώσεων. Το κράτος καλείται να στηρίξει οικογένειες που έχασαν κατοικίες, επιχειρήσεις που υπέστησαν ζημιές, αγρότες που είδαν τις καλλιέργειές τους να χάνονται και επαγγελματίες που ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς αντικείμενο εργασίας.

Και όλα αυτά αποτελούν μόνο την αρχή.

Η οικονομία της περιοχής δέχθηκε ισχυρό πλήγμα

Η καταστροφή μιας τόσο μεγάλης έκτασης δεν πλήττει μόνο όσους έχασαν περιουσίες. Επηρεάζει ολόκληρη την οικονομική αλυσίδα μιας περιοχής.

Η αγροτική παραγωγή της Αττικοβοιωτίας στηρίζεται σε ελαιώνες, αμπελώνες, κτηνοτροφικές μονάδες, μελισσοκομία και μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Πολλές από αυτές βρέθηκαν μέσα στη ζώνη της πυρκαγιάς.

Για έναν παραγωγό, η απώλεια ενός ελαιώνα δεν σημαίνει μόνο ότι χάθηκε η φετινή σοδειά. Ένα νέο ελαιόδεντρο χρειάζεται αρκετά χρόνια για να αποδώσει ξανά ικανοποιητική παραγωγή, γεγονός που μεταφράζεται σε πολυετή απώλεια εισοδήματος. Το ίδιο ισχύει για τους μελισσοκόμους, καθώς η απώλεια της φυσικής βλάστησης μειώνει δραματικά τη δυνατότητα παραγωγής μελιού για αρκετές επόμενες περιόδους.

Οι κτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν επίσης αυξημένο κόστος, καθώς οι φυσικοί βοσκότοποι περιορίζονται και η ανάγκη αγοράς ζωοτροφών αυξάνεται σημαντικά.

Η οικονομική ζημιά, επομένως, δεν σταματά στη φωτιά. Συνεχίζεται μήνα με τον μήνα και επηρεάζει δεκάδες επαγγέλματα που εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από τον πρωτογενή τομέα.

Υποδομές που θα χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθούν

Πέρα από τις ιδιωτικές περιουσίες, σημαντικές είναι και οι ζημιές στις δημόσιες υποδομές.

Δίκτυα ηλεκτροδότησης, στύλοι μεταφοράς ενέργειας, αγροτικοί δρόμοι, εγκαταστάσεις ύδρευσης και τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός υπέστησαν φθορές που θα απαιτήσουν σημαντικούς πόρους για να αποκατασταθούν.

Παράλληλα, το κράτος θα χρειαστεί να χρηματοδοτήσει αντιπλημμυρικά έργα, αντιδιαβρωτικές παρεμβάσεις, αποκαταστάσεις πρανών και έργα προστασίας οικισμών πριν ακόμη φτάσουν οι πρώτες έντονες βροχοπτώσεις του φθινοπώρου.

Πρόκειται για έργα που δεν φαίνονται όσο οι φλόγες, αλλά είναι απολύτως απαραίτητα ώστε να μην ακολουθήσει μια δεύτερη καταστροφή με πλημμύρες και κατολισθήσεις.

Οι άνθρωποι πίσω από τους αριθμούς

Πίσω από τα 126.000 καμένα στρέμματα υπάρχουν άνθρωποι. Οικογένειες που έζησαν με την αγωνία της εκκένωσης, ηλικιωμένοι που είδαν τον κόπο μιας ζωής να απειλείται, αγρότες που μέσα σε λίγες ώρες έχασαν την παραγωγή πολλών ετών και επαγγελματίες που δεν γνωρίζουν πότε θα μπορέσουν να επιστρέψουν στην κανονικότητα.

Για αυτούς, η επόμενη ημέρα δεν μετριέται σε στατιστικά στοιχεία αλλά σε καθημερινές δυσκολίες. Από την αποκατάσταση μιας κατοικίας μέχρι την επανεκκίνηση μιας μικρής επιχείρησης, η επιστροφή στην κανονικότητα απαιτεί χρόνο, χρήματα και κυρίως αίσθημα ασφάλειας ότι μια αντίστοιχη καταστροφή δεν θα επαναληφθεί.

Η εμπειρία από προηγούμενες μεγάλες πυρκαγιές έχει δείξει ότι οι οικονομικές αποζημιώσεις είναι αναγκαίες, αλλά από μόνες τους δεν αρκούν. Οι τοπικές κοινωνίες χρειάζονται μακροχρόνια στήριξη, αναπτυξιακά κίνητρα και έργα που θα τους επιτρέψουν να παραμείνουν ζωντανές.

Το περιβαλλοντικό κόστος δεν αποτιμάται σε χρήματα

Αν το οικονομικό κόστος μπορεί κάποια στιγμή να υπολογιστεί, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της πυρκαγιάς δύσκολα μπορεί να εκφραστεί με αριθμούς. Μέσα σε λίγες ώρες χάθηκαν οικοσυστήματα που δημιουργήθηκαν μέσα από δεκαετίες φυσικής εξέλιξης. Δάση χαλεπίου πεύκης, θαμνώδεις εκτάσεις, φυσικοί βιότοποι και περιοχές με πλούσια βιοποικιλότητα μετατράπηκαν σε ένα απέραντο μαύρο τοπίο.

Μαζί με τη βλάστηση χάθηκαν και χιλιάδες μορφές ζωής. Θηλαστικά, ερπετά, πτηνά, έντομα και μικροοργανισμοί που αποτελούσαν κρίκους της ίδιας οικολογικής αλυσίδας δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τις φλόγες. Όσα επέζησαν, βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς τροφή, νερό και καταφύγιο, αναγκασμένα να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές, διαταράσσοντας την εύθραυστη ισορροπία του οικοσυστήματος.

Την ίδια στιγμή, η φωτιά απελευθέρωσε στην ατμόσφαιρα τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων, ενώ εξαφάνισε έναν φυσικό «απορροφητή» εκπομπών. Το δάσος που χάθηκε δεν παρήγαγε μόνο οξυγόνο· λειτουργούσε ως φυσική δεξαμενή άνθρακα, συμβάλλοντας στον περιορισμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.

Ο κίνδυνος δεν έσβησε μαζί με τις φλόγες

Η πρώτη δυνατή βροχή του φθινοπώρου μπορεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο κινδύνων. Χωρίς τη δασική βλάστηση να συγκρατεί το έδαφος, οι καμένες πλαγιές γίνονται ιδιαίτερα ευάλωτες στη διάβρωση, ενώ οι λεκάνες απορροής χάνουν τη φυσική τους δυνατότητα να συγκρατούν μεγάλους όγκους νερού.

Αυτό σημαίνει ότι περιοχές που μέχρι σήμερα δεν αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με πλημμύρες, κατολισθήσεις και μεταφορά φερτών υλικών. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι πρώτοι μήνες μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά είναι εξαιρετικά κρίσιμοι, καθώς τότε πρέπει να ολοκληρωθούν τα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα.

Κορμοδέματα, κορμοφράγματα, καθαρισμοί ρεμάτων και παρεμβάσεις στις λεκάνες απορροής δεν αποτελούν απλώς τεχνικά έργα. Είναι η γραμμή άμυνας απέναντι σε μια δεύτερη καταστροφή, η οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί εξίσου επώδυνη με τη φωτιά.

Ένα εθνικό κεφάλαιο έγινε στάχτη

Τα ελληνικά δάση δεν αποτελούν μόνο στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος. Είναι εθνικός φυσικός πλούτος. Προστατεύουν τα εδάφη από τη διάβρωση, τροφοδοτούν τους υπόγειους υδροφορείς, συμβάλλουν στη ρύθμιση του μικροκλίματος, στηρίζουν την αγροτική οικονομία και αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ποιότητα ζωής εκατομμυρίων πολιτών.

Η απώλειά τους έχει επιπτώσεις που ξεπερνούν τα όρια της Αττικής και της Βοιωτίας. Μειώνεται το φυσικό κεφάλαιο της χώρας, αυξάνεται η ευαλωτότητα απέναντι στην κλιματική κρίση και μεγαλώνει το κόστος που θα απαιτηθεί τα επόμενα χρόνια για την πρόληψη και την αντιμετώπιση νέων ακραίων φαινομένων.

Η συγκεκριμένη πυρκαγιά υπενθυμίζει ότι η προστασία των δασών δεν είναι μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση. Είναι ζήτημα εθνικής ανθεκτικότητας, οικονομικής σταθερότητας και ασφάλειας.

Ο δημοσιονομικός λογαριασμός μόλις ανοίγει

Η επόμενη ημέρα φέρνει και ένα τεράστιο βάρος για τα δημόσια οικονομικά. Οι αποζημιώσεις προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η αποκατάσταση των υποδομών, τα έργα πολιτικής προστασίας, οι παρεμβάσεις στα δάση και η στήριξη του πρωτογενούς τομέα συνθέτουν έναν λογαριασμό που αναμένεται να ανέλθει σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.

Πέρα όμως από τις άμεσες δαπάνες, υπάρχει και το έμμεσο κόστος. Μειωμένη αγροτική παραγωγή, απώλεια εισοδήματος, περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητας και επιβάρυνση ασφαλιστικών και κρατικών μηχανισμών δημιουργούν ένα αποτύπωμα που θα αποτυπωθεί σταδιακά στην οικονομία.

Κάθε μεγάλη πυρκαγιά αφαιρεί πόρους που διαφορετικά θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε νέες επενδύσεις, κοινωνικές πολιτικές ή αναπτυξιακά έργα. Με άλλα λόγια, το κόστος μιας τέτοιας καταστροφής δεν αφορά μόνο όσους επλήγησαν άμεσα. Το πληρώνει τελικά ολόκληρη η κοινωνία.

Η επόμενη ημέρα δεν κρίνεται στις αποζημιώσεις

Η εμπειρία από προηγούμενες μεγάλες πυρκαγιές δείχνει ότι η επιτυχία της αποκατάστασης δεν εξαρτάται μόνο από την ταχύτητα καταβολής των αποζημιώσεων. Απαιτείται ολοκληρωμένο σχέδιο που θα συνδυάζει επιστημονική παρακολούθηση, σωστή διαχείριση των καμένων εκτάσεων, πρόληψη νέων πυρκαγιών και ενίσχυση της τοπικής οικονομίας.

Οι ειδικοί επιμένουν ότι σε πολλές περιπτώσεις η φύση μπορεί να αναγεννηθεί μόνη της, αρκεί να προστατευθεί από ανθρώπινες παρεμβάσεις, παράνομη δόμηση, υπερβόσκηση και νέες πυρκαγιές. Εκεί όπου απαιτούνται αναδασώσεις, αυτές πρέπει να γίνουν με επιστημονικά κριτήρια και όχι με κινήσεις εντυπωσιασμού.

Παράλληλα, η πρόληψη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Καθαρισμοί δασών, συντήρηση αντιπυρικών ζωνών, αξιοποίηση της τεχνολογίας για έγκαιρη ανίχνευση πυρκαγιών και συνεχής εκπαίδευση των πολιτών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις ώστε η χώρα να περιορίσει αντίστοιχες καταστροφές στο μέλλον.

Η πιο δύσκολη μάχη είναι αυτή με τον χρόνο

Σε αντίθεση με μια κατεστραμμένη κατοικία ή έναν δρόμο που μπορεί να επισκευαστεί μέσα σε μήνες, ένα δάσος δεν ανακατασκευάζεται. Αναγεννιέται με τους δικούς του ρυθμούς.

Τα πρώτα πράσινα σημάδια μπορεί να εμφανιστούν μέσα σε τρία έως πέντε χρόνια, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου η φυσική αναγέννηση της χαλεπίου πεύκης είναι ισχυρή. Ωστόσο, αυτή είναι μόνο η αρχή. Για να αποκτήσει ξανά ένα μεσογειακό δάσος την οικολογική του ισορροπία, την ποικιλία της χλωρίδας και της πανίδας, τη δυνατότητα να συγκρατεί το έδαφος και να λειτουργεί ως ολοκληρωμένο οικοσύστημα, απαιτούνται συνήθως 30 έως 50 χρόνια. Αν μάλιστα μεσολαβήσουν νέες πυρκαγιές ή ακραία καιρικά φαινόμενα, η διαδικασία αυτή μπορεί να επιμηκυνθεί ακόμη περισσότερο.

Το βαρύ αποτύπωμα

Η φωτιά στην Αττικοβοιωτία έσβησε, όμως άφησε πίσω της κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια καμένη έκταση 126.000 στρεμμάτων. Άφησε ένα βαρύ αποτύπωμα στην οικονομία, στην κοινωνία, στην αγροτική παραγωγή, στο φυσικό περιβάλλον και στην ίδια την ψυχολογία των ανθρώπων που είδαν τον τόπο τους να αλλάζει μέσα σε λίγες ώρες. Η επόμενη ημέρα δεν θα κριθεί μόνο από τις αποζημιώσεις ούτε από την ταχύτητα αποκατάστασης των ζημιών. Θα κριθεί από το αν η χώρα θα αξιοποιήσει αυτή την τραγική εμπειρία για να επενδύσει περισσότερο στην πρόληψη, στην ανθεκτικότητα και στη διαχείριση του φυσικού της πλούτου.

Γιατί η φύση έχει την ικανότητα να γιατρεύει τις πληγές της, αλλά χρειάζεται χρόνο. Πολύ χρόνο. Εκεί όπου σήμερα απλώνεται η στάχτη, τα πρώτα πεύκα θα αρχίσουν να ξεπροβάλλουν μέσα στα επόμενα χρόνια. Όμως για να ξαναδούμε ένα ώριμο δάσος, όπως εκείνο που χάθηκε αυτό το καλοκαίρι, θα χρειαστεί να περάσουν τουλάχιστον τρεις, ίσως και πέντε δεκαετίες. Μέχρι τότε, η μεγάλη φωτιά της Αττικοβοιωτίας θα παραμένει μια ανοιχτή υπενθύμιση ότι η προστασία του φυσικού πλούτου δεν είναι υπόθεση μιας μόνο αντιπυρικής περιόδου, αλλά μια διαρκής εθνική ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές.