Στις 23 Μαρτίου ξεκινά η δίκη για τα Τέμπη με την ανάκριση να ολοκληρώνεται σε διάστημα λιγότερο των τριών ετών.

Το αίτημα για απόδοση δικαιοσύνης ουσιαστικά μπαίνει σε αυτήν ακριβώς τη διαδικασία. Δηλαδή στην απόδοση ευθυνών από τον μόνο αρμόδιο, που είναι σε κάθε περίπτωση η ίδια η Δικαιοσύνη.

Ήδη οι θεωρίες συνωμοσίας και τα fake news περί παράνομου φορτίου έχουν καταρριφθεί και οι θιασώτες των σεναρίων που επιχείρησαν να εργαλειοποιήσουν ένα τραγικό δυστύχημα – πατώντας πάνω στον πόνο των συγγενών και στο συναίσθημα των πολιτών– αναζητούν ρόλο, εμμένοντας σε μια τακτική πολιτικού καιροσκοπισμού και εκμετάλλευσης που δεν βρίσκει ανταπόκριση.

Η επιχείρηση αποδόμησης των θεσμών και ειδικά της Δικαιοσύνης μπορεί να συντηρείται, εν τούτοις είναι πλέον ορατό διά γυμνού οφθαλμού ότι συνδέεται, κυρίως, με μικροκομματικά συμφέροντα και με μια προσπάθεια εύρεσης πολιτικών σωσιβίων. Είναι αλήθεια πως πάνω σε αυτό το τραγικό δυστύχημα στήθηκαν αφηγήματα με γνώμονα τη δημιουργία πολιτικής καριέρας, κάτι που φάνηκε και στα συλλαλητήρια του Σαββάτου.

Μέσα σε έναν χρόνο αποκαλύφθηκε η εργαλειοποίηση από κόμματα, πολιτικούς αρχηγούς και πρόσωπα που πλέον απασχολούν την κοινή γνώμη ως προς το αν και πότε θα πολιτευτούν έχοντας ως βάση την αποδόμηση της ίδιας της Δικαιοσύνης, η αμφισβήτηση της οποίας αποτελούσε πάντα την αρχή για τον αντισυστημισμό και το χάος, δηλαδή την ουσία της έννοιας που βάλλει κατά της σταθερότητας – η οποία δεν είναι ευκαιρία για την Αριστερά και όχι μόνο.

Στη δημοκρατία η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται ούτε στις πλατείες ούτε από λαϊκά δικαστήρια. Ναι, το αίτημα μας αφορά όλους, απλά να γνωρίζουμε και πως αυτό ικανοποιείται. Σίγουρα δεν συνδέεται με κόμματα, συνδικάτα και λοιπούς φορείς, που σπεύδουν κάθε φορά να οικειοποιηθούν κάθε διαμαρτυρία, κάθε αντίδραση, ώστε να δημιουργήσουν συνθήκες δήθεν «εξέγερσης» και δήθεν «αντιπολιτευτικής δράσης» από την κοινωνία.

Τα πανό με τις υπογραφές από συνδικάτα, κόμματα και κομματικές νεολαίες δεν συνάδουν με συλλαλητήρια μνήμης. Ούτε η επιχείρηση εξαπάτησης της κοινής γνώμης και της παραπληροφόρησης.

Το βασικό επιχείρημα της δήθεν συγκάλυψης έχει αποδομηθεί από την ίδια την πραγματικότητα. Άλλο αν υπήρξαν παραλείψεις και διαχειριστικά λάθη και άλλο το αφήγημα περί παράνομων φορτίων, που ακόμη και σήμερα κάποιοι, κυρίως στο φάσμα της πολιτικής και του παρασκηνίου, επιδιώκουν να διατηρήσουν.

Παράνομο φορτίο δεν υπήρξε. Το λένε και συγγενείς, που επίσης ζητούν την απόδοση ευθυνών για το δυστύχημα. Τα υπόλοιπα θα τα ξεκαθαρίσουν οι δικαστικοί λειτουργοί που αναλαμβάνουν ένα δύσκολο έργο. Οι προσπάθειες αμφισβήτησής τους και κυρίως «πίεσής» τους μέσα από διαστρεβλωμένες αντιλήψεις για το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» είναι βέβαιο ότι δεν προσφέρουν τίποτα στη διερεύνηση όλων των πτυχών αυτού του τραγικού δυστυχήματος.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».